ΌΛΗ ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΠΕΡΠΑΤΟΥΝ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΜΑΥΡΟ ΧΙΟΝΙ.
Μαύρα φαράγγια τρομερά τους φράζουν την πορεία. Μαύρη η γη και ο ουρανός και γύρω μαύροι λύκοι. Φορούν τη γούνα του χιονιού να μην τις τρέμει η πίκρα. Πισώπλατα δόντια χαφιέδες ορμούν και τις δαγκώνουν και δεν τους τρέμει η ματιά και δεν τις τρέμει η μπαμπεσιά που τις καρδιές αλύπητα σημαδεύει.
Αφήνουν τα χνάρια πάνω στο χιόνι για να τις βρουν οι χάριτες του δρόμου. Αν είναι ο λύκος να τις βρει θα καβαλήσουν Πήγασο να παν στον προορισμό τους. Μ’ ένα μαχαίρι παγωνιά σφάζουν τη μαύρη νύχτα, σφάζουν τη νύχτα πρόβατο και όλο βαδίζουν νηστικές, βαδίζουν πεινασμένες. Το ωχρό πρωί λεχώνα μάγισσα γυναίκα γεννάει λυκόπουλα που όλο ουρλιάζουν τρομερά και πολιορκούν τη μοναξιά τους.
Μπροστά βουνό, πίσω βουνό κι ένα βουνό στους ώμους. Βράχο μασάει η θέληση, μασάει χιονοστιβάδες, μασάνε οι μυλόπετρες μια μαύρη σκόνη πίκρας και όλο ουρλιάζει πίσω τους η λύκαινα της φτώχιας. Δε θέλει πλούτη η ζωή, μια κουραμάνα θέλει, για να σταθεί στα πόδια της, να πάρει ανηφόρες. Δώσε, θεέ, τον άρτο μου, τι κορακιάζει η μέρα.
Λιποθυμάει το βουνό και πάει να ξεψυχήσει, χαράδρες, πελώρια στόματα ουρλιάζουνε, πεινάνε.
Δώσε κύριε τον άρτο μου, αχ, δάνεισε στο βίο μας μια χούφτα ψίχουλα χαράς να σε δοξάζει αιώνια. Σβαρνίζουνε τα μελανιασμένα πόδια της γάγγραινας και όλο φράζει το βουνό και όλο μακραίνει ο δρόμος. Μεσάνυχτα ατελείωτα, ήλιος μαμάτσα ο κόσμος. Και αυτές όλο ανεβαίνουνε κρατώντας ένα αστέρι και σκάβουν δρόμο για το φως με την καρδιά στο χέρι. Ψωμί να πάνε στα παιδιά, μπαρούτι στους λεβέντες.
photo chriszwettler, https://pixabay.com

















































