Τι συμβαίνει όταν ο έρωτας και η αγάπη διαστρεβλώνονται και γίνονται πιόνια στα χέρια των αδίστακτων που, στο όνομά τους, δικαιολογούν το κάθε τερατούργημα; Τι γίνεται όταν η σήψη της ψυχής του ενός-ανολοκλήρωτου, μισού ανθρωπάκου προσπαθεί να παρασύρει στο βούρκο της αυτούς που ελπίζουν σε κάτι αγνό; Πότε ο άλλος, το θύμα, αποφασίζει να πάρει τη ζωή στα χέρια του; Και αν δεν το κάνει;
Πέρασες μπροστά μου,
ήσουν μαζί μου ανάμεσα στις ράγες.
Μου ‘κανες νόημα να ανέβω στο βαγόνι,
με τράβαγες για αλλαγές μεγάλες.
Και εγώ, είδα τον έρωτα απέναντι,
άλλαξα βλέμμα και ορμή.
Έτρεξα πάνω στην υπόσχεσή του
για μια αλλιώτικη, ονειρική ζωή.
Άνοιξα σπίτι κι έκλεισα τις φτερούγες
και εσύ χτυπούσες το τζάμι και φώναζες «ΒΓΕΣ»!
Μα εγώ γελούσα
και με κλειστά τα μάτια σου άναβα το καντήλι
και έκανα προσευχές.
Και εκεί, στο υπόγειο τάχα μου ζούσα την ευτυχία,
δε μ’ ένοιαζε που άκουγα τα τρένα να με προσπερνούν.
Δε μ’ ένοιαζε που πέταξα τις βαλίτσες,
ούτε που άκουγα στη σιγή τις κόρνες να αντιλαλούν.
Μα εσύ εξασθενούσες,
ο ήχος σου έβγαινε πια πνιχτός.
Κάπου τα χρώματα χάσαν τη δύναμή τους,
και έπαψες να μου χαρίζεις φως.
Κάπου σε σκέπασε η σκιά μου
που έβγαινε πάνω από τις γροθιές,
που έτρεμε και έκανε να φύγει
μα οι αδιέξοδοι ήταν πολλές.
Στο πρώτο γέλιο που κόπηκε απότομα,
στην πρώτη πράξη που άλλαξε σκηνικά,
στο πρώτο αίμα που έσταξε στο πάτωμα,
σ’ εκείνο το κλάμα που έβγαινε βουβά.
Μα κι εκεί, εσύ σηκώθηκες ξανά,
πήρες τις πατερίτσες,
άνοιξες δρόμο μέσα στη μαυρίλα
και κουβάλησες στις σκυφτές σου πλάτες τις ελπίδες.
Και εγώ η δειλή,
το δήθεν έρωτα ξανάφερνα στα μάτια
και κρατούσα τη σκιά μου αγκαλιά.
Την έδενα γύρω από το λαιμό μου,
και ας έγινε ο κόμπος πια θηλιά.
Έκλεινα τα αυτιά μου στις φωνές.
Τις δικές σου, τις δικές του…
Και ήταν Θεέ μου τόσο εκκωφαντικές…
Μεσ’ στο μυαλό κράτησα μόνο το ένα συρτάρι,
τα άλλα τα πέταξα στης λήθης το νερό
και από τους εφιάλτες,
τα ψεύτικα λόγια αγάπης έκανα μαξιλάρι.
Αυτά τα λόγια άφηνα να βγαίνουν
κάθε που φώναζες «ΤΡΕΧΑ ΜΑΚΡΥΑ»
με όση πνοή σου είχε απομείνει,
όσο εκείνος με έσερνε από τα μαλλιά.
Όσο ο ήχος σου εξασθενούσε και άλλο.
Στο όνομα του έρωτα σφράγισα εσένα,
στο όνομα του ψέματος
περίμενα ένα φινάλε πιο μεγάλο.
Μέχρι την τελευταία αληθινή σκηνή.
Πριν το «συγγνώμη» προλάβει να γραφτεί με αίμα,
στον τελευταίο χτύπο που έβγαλες,
στην τελευταία πνοή.
Εκεί, μπροστά από τον καθρέφτη,
το τελευταίο ρεσιτάλ.
Έσβησα το όνομά του
με οινόπνευμα και νέφτι,
και αφού σε έσπασα κι εσένα πια καρδιά μου,
πήρα τη νεκρή σκιά αγκαλιά,
έμπηξα τη μαχαιριά στα σωθικά μου,
κι ευχήθηκα στον άλλο κόσμο
ν’ αγαπηθώ αληθινά.
photo Simedblack / https://pixabay.com
















































