Βάωστα μμάθθκια σου μανά να μεν θωρείς καθόλου
Τζιαι τούτα που γινήσκουνται πάσιν κατά δκιαόλου.
Μείνε μέσα στ’ αγκάλια μου τζιαι σφίξε την καρκιά σου
Γυρόν εκρήξεις μάχουνται σκοτώνουν τα παιθκιά σου.
Βάωστα μμάθκια σου μανά βάωσε τζιαι τ’ αφτιά σου
Εν πόνος πον ασήκωτος για μέσα στα βαθκιά σου.
Τα σωττικά σου κρούζουσιν τζιαι η ψυσιή σου λιώνει
Γυρεύκεις τους γειτόνους σου απόγνωση σε ζώνει.
Πνιούριν τζιαι τεστένιασμαν θωρώ πως σε λενίζουν
Μεν αντικόφκεις τον γιαρά, τα δάρκα ξισιειλίζουν.
Αναρωθκιέσαι, αρωτάς αν τάχατες προλάβαν
Να φύουν, να φαρατζιστούν όξα τους εσυλλάβαν;
Εγένηκεν ο μαχαλάς οικόπεδον τζυλίστρα
Ομπύασεν τους κόπους μας του πόλεμου χωρίστρα.
Κλαίει που μες τα χώματα τζιαι νεκαλιέται κόσμος
Τόσες ημέρες μες τη γην εξέρανεν τζι ο δκυόσμος.
Άλλοι εχώστησαν καλά να μεν τους έβρουν πόμπες
Τζι’ άλλοι εν επροκάμασιν γενήκαν κατακόμπες.
Μιτσιοί, μιάλοι τζιαι μωρά εμείναν μεσοδότζιν
Τα όνειρά τους τζι η ζωή εγίνασιν κολότζιν.
Τα σπίθκια γύραν πούκουππα ερείπια, βουνάρκα
Για να ξεβείς που πάνω τους σηκώνεις ποινάρκα.
Κακόν περήκομμαν θωρώ έρκεται, ποτυλίει
Χωρκόν που ποσπάστηκεν σε μήστραφον μηνύει.
Βάωστα μμάθθκια σου μανά τζι ας μου παραπονιέσαι
Μακρά που τούτον το κακόν πέρκει ξαναγεννιέσαι.
Σίουρα πόνον τζιαι γιαρά εν ημπορώ να σβήσω
Μα στο σκαλίν το πατρικόν εν να ξαναπατήσω.
Το χώμα που παρπάτησες η στράτα π’ αναγιώθεις
Χαρκέσαι εν θα ξαναδείς απελπισιάν (ι)νιώθεις.
Μα όρκον έδωκα βαρύν τζι εν τον δκιασσιελίζω
Μανά για σεν χατηριτζήν το σπίτι σου πασκίζω.
Εν το αφήνω του οχτρού πιάνω το με τα σιέρκα
Σαν ταξιδκιού αποσκευή σαν τον ποξιά στην βέρκα.
Γερόν όπως το έχτισες με δρώμαν τζιαι με κόπο
Πριχού το ποτινάξουσιν εγιώ θα έβρω τρόπο.
Μιτά μας να το πάρουμεν είσιεν ευτζιές τζι εστάθη
Νέαν αρκήν για λλόου σου δίχα πολέμων λάθη.
Γύρε πάνω στους νώμους μου τζιαι ξιπαρηορήθου
Χάμνισε, τζιν το σφίξιμο για λλίο τζιαι τζιοιμήθου.
Βάωστα μμάθκια σου μανά ώσπου να ξεθυμάνει
Ο πόλεμος π’ αρκίνησεν σε χώραν τζιαι λιμάνι.
Εν άδικος, απάνθρωπος γροικώ σε φοιτσιάζει
Βάωστα πνάσε νακκουρίν μεν φύεις που μαράζι.
Όπως με παρηόρυννες που ήμουν βυσταστάρι
Δέχτου που μεν να σε φροντώ πο ‘σιεις με κανακάρην.
Δύσκολες εν οι ώρες μας μαν είσαι μανισιή σου
Έσιεις ‘ναν ώμον να πιαστείς εσού τζιαι η ψυσιή σου.
Έλα, κάλλιον να φυόυμεν μακρά να στρατευτούμεν
Μα ν’ αθθυμάσαι πάντα σου κάποτες θα στραφούμεν.
Η γης μας εν έσιει λαλούν γριτζιέλια να την πιάεις
Μα ‘σιει δικές της μάνα μου θύμησες που συνάεις.
ΓΛΩΣΣΑΡΙ
Βάωστα = κλείσε τα
Γινήσκουνται= γίνονται
Σωττικά= σωθικά
Κρούζουσιν= καίνε
Πνιούριν= βήχας/ αίσθημα αποπνικτικό
Τεστένιασμα= οργή/αγανλακτηση
Αντικόφκω= εμποδίζω
Γιαράς= πληγή/τραύμα
Δάρκα= δάκρυα
Φαραντζιστούν= εξαφανιστούν
Μαχαλάς(τουρκ.)= γειτονιά
Τζυλίστρα (μεταφ.)= ολόισιο οικοπεδο/που έχει ισοπεδωθεί
Ομπύασεν= πληγή που γεμίζει πύον
Νεκαλιέται= κλαίει και χτυπιέται
Μεσοδότζιν= μισά/ ατέλειωτα
Πούκουππα= ανάποδα
Βουνάρκα=σωροί (Αντικειμένων)
Ξεβείς= ανέβεις από πάνω
Πο’ι’νάρκα= μπατζάκια
Κακόν περίκομμαν= Κάτι δυσοίωνο
Ποτυλίει= ξετυλίγεται
Ποσπάστηκεν= τελείωσε
Μήστραφον= ο τόπος από τον οποίο δεν υπάρχει επιστροφή
Αναγιώθεις= μεγάλωσες/ανατράφηκε
Χαρκέσαι =νομίζεις
Δκιασσιελίζω = περνώ από πάνω/
Χατηριτζήν=
Οχτρού= εχθρού
Σιέρκα= χέρια
Ποξιάς= μπογάζια
Δρώμαν= ιδρώτας
Βέρκαν= βέργα
Πριχού= πριν να
Μιτά= μαζί
Νώμους= ώμους
Ξιπαρηορήθου= παρηγόρησε
Χάμνισε=χαλάρωσε
Νακκουρίν=λίγο
Βυζαστάρι = μωρό βρέφος
Φροντώ= φροντίζω
Μανισιή= μόνη/μοναχή
Κάλλιον= καλύτερα
Στραφούμεν= επιστρέψουμε
Γριτζέλια= κρικέλια/μικρός χαλκάς/ δακτυλίδι
Συνάεις= μαζεύεις
photo www.rawpixel.com, Image license by freepik.com