Μοσχοβολούσε το βουνό
ρίγανη και θυμάρι
και δυο ξωμάχοι μάζευαν
κλωνάρια στο ταγάρι.
Έκοψε ο πρώτος ώριμες
κορφές μ’ ένα ψαλίδι
κι ύστερα ξεκουράστηκε
στης βρύσης το στασίδι.
Ήπιε νερό, δροσίστηκε
κι έκανε το σταυρό του,
σαν ρούφηξε την ευωδιά
από το … θησαυρό του.
Ο δεύτερος δε χόρταινε,
ξερίζωνε με βιάση
όσα έβρισκε στο διάβα του
χωρίς ούτε μια στάση.
Το πρόσεξαν οι μέλισσες,
τον πήραν το κατόπι
κι αυτός δεν ξαναπάτησε
πια στο μελισσοτόπι.
Όμως καμμιά δεν πείραξε
τον τίμιο συλλέκτη,
μονάχα τον αχάριστο
κι άρπαγο πλεονέκτη.
photo Kathas_Fotos, https://pixabay.com

















































