Άνοιξα μια μέρα το παράθυρό μου και μύρισα τη σαπίλα του νέου αυτού κόσμου. Προσπάθησα να βάλω τις σκέψεις μου σε τάξη και να αναζητήσω διαφυγή. Μα ήμουν η μόνη, και μόνη μου δεν μπορώ να βρω τη λύση. Είμαστε οι λίγοι, όσοι σκεφτόμαστε ακόμα, οι αυτόβουλοι. Εκλεκτοί ή καταραμένοι, μονάχα το μέλλον μένει να δείξει. Μα πρέπει να γίνουμε πολλοί. Γιατί τα λουλούδια δε θα ανθίσουν ποτέ ανάμεσα στα σκουπίδια.
Έξω σκοτείνιασε,
κι εγώ εδώ μέσα νιώθω τόσο δα μικρή.
Χωρίς παράθυρα, χωρίς πόρτες,
είμαι μόνη.
Χτυπάω να μου ανοίξουν,
μα κανείς δεν απαντά.
Φωνάζω, ουρλιάζω και σφίγγω τις γροθιές.
Κρυώνω, νιώθω πως το τέλος πλησιάζει.
Θέλω να γράψω, θέλω να χορέψω,
έχω τόσα πράγματα να πω.
Θέλω να γνωρίσω φίλους, να τρέξω, να μιλήσω,
να αγαπήσω και να αγαπηθώ.
Βγάλτε με έξω, ασφυκτιώ.
Δεν ξέρω πια ποια είμαι,
έχω μείνει μισή.
Δεν μπορώ ούτε να θυμηθώ
ποια μέρα κλείστηκα εδώ μέσα.
Ποια μέρα σταμάτησα να βλέπω τι γίνεται στον κόσμο,
ποια μέρα σταμάτησα να συνομιλώ.
Ποια μέρα σταμάτησα να τρέχω, να ταξιδεύω, να γελώ, να αγαπώ.
Ναι, είχα τόσα πράγματα να δώσω.
Ξέρω, ξέρω πως ακόμα μπορώ να το κάνω,
ακόμα και έτσι που είμαι τόσο δα μικρή.
Μέσα μου κρατώ ολόκληρη την ιστορία,
ολόκληρο τον κόσμο.
Και είμαι έτοιμη να βγω, να τον προσφέρω απλόχερα,
να ξαναμεγαλώσω, να φουντώσω, να ψηλώσω.
Μα δε με θέλουν εκεί έξω.
Κάποιος με έκλεισε εδώ μέσα,
εδώ που θα πεθάνω.
Με κλείδωσαν και φαίνεται πως χάσαν τα κλειδιά.
Κι εγώ, δεν μπορώ πια να βγω.
Προσπάθησα.
Στ’ αλήθεια, προσπάθησα αρκετά.
Τους φώναξα, ωρυόμουνα.
Ναι, προσπάθησα.
Μα έμεινα εδώ.
Και αφού έτσι το θέλουνε,
αφού εδώ νομίζουν πως ανήκω,
και όχι μαζί τους, κτήμα δικό τους και οδηγός,
θα σταματήσουν να με βλέπουν,
θα σταματήσουν να με ακούν.
Πεθαίνω.
Το τέλος πια πλησιάζει, το ξέρω.
Μα είναι μικροί, και έτσι θα παραμείνουν.
Εγώ είμαι η Γνώση, εγώ κουβαλώ το φως.
Εγώ ανοίγω παράθυρα προς την ελευθερία
και φτιάχνω κόσμους μαγικούς και διαφορετικούς.
Εγώ δίνω ελπίδα, δίνω συναίσθημα, δίνω χαρά.
Μα πρέπει να ‘ρθω σε επαφή
και δεν τη θέλουν πια.
Ο κόσμος δε θέλει, δε με θέλει.
Δε με χρειάζεται, έτσι νομίζει.
Ανθρωπάκι, τόσο δα μικρό.
Νομίζει πως χωρίς το νου, χωρίς τη σκέψη,
χωρίς εμένα, μπορεί να φτάσει ψηλά,
μπορεί να κάνει πιο πολλά.
Γελιέσαι ανθρωπάκι,
γελιέσαι.
Εγώ θα σου έδινα τα πάντα,
εγώ θα ‘μουν συνοδοιπόρος.
Μα με άφησες κλεισμένη,
με άφησες να πεθαίνω,
για να πεθάνουμε μαζί.
Γι’ αυτό θα πάψεις να υπάρχεις.
Κλειδώνοντας εμένα, κλείδωσες κι εσένα.
Σκοτώνοντας εμένα, σκότωσες κι εσένα,
τη γνώση, τον πολιτισμό, την εξέλιξη.
Σκότωσες τα πάντα.
Με άφησες να πεθαίνω
κι εγώ θα σε αφήσω να αιμορραγείς.
Θα σε αφήσω να γίνεις πιο μικρός απ’ όσος είσαι ήδη,
θα σε αφήσω να συρθείς, να ψάχνεις μάταια μιαν άλλη ζωή
και να μένεις στην ίδια, εγκλωβισμένος,
όπως εγκλώβισες εμένα.
Και πες μου,
τι κληρονομιά νομίζεις πως θ’ αφήσεις πίσω τώρα πια;
Τώρα είσαι καταραμένος.
Αντίο ανθρωπάκι,
λυπάμαι και για τους δυο.
Γιατί είχα να σου προσφέρω.
Ναι, είχα τόσα πολλά να σου προσφέρω.
Αντίο.
Και όταν κλείσεις τα μάτια και δεις πόσο κενός είσαι,
όταν κλείσεις τα μάτια και φωνάξεις τ’ όνομά μου,
όταν με φωνάξεις να σε γαληνέψω με όνειρα
στην τελευταία αυτή ματιά του κόσμου,
στην τελευταία σκηνή,
τότε μόνο θα καταλάβεις.
Πως έμεινες στο τίποτα,
πως μονάχα το απόλυτο μαύρο θα έρθει να σε βρει.
Αυτό, και ένα χέρι σάπιο θα ‘ρθει να σε τραβήξει.
Να πιάσει το πρόσωπό σου,
το όμορφο αυτό πρόσωπο
που κάποτε θαρρούσες πως είν’ το πιο σπουδαίο,
αυτό, και το καλογυμνασμένο σώμα σου.
Θα ‘ρθει και θα τα τραβήξει βαθιά στη σκιά του.
Στη σκιά που βρωμάει σαπίλα,
στη σκιά που βρωμάει θάνατο, κόκαλα και κενό.
Και εσύ δε θα ‘χεις άλλη διέξοδο.
Άλλωστε, αυτό το σάπιο χέρι κινούσε τη σάπια καρδιά,
το σάπιο πρόσωπο, το σάπιο σώμα, τη σάπια ομορφιά.
Χωρίς το νου, χωρίς τη σκέψη, χωρίς εμένα, δεν είχες πια ουσία.
Και αυτό το σάπιο τότε θα καταλάβεις
Πως είναι μονάχα δικό σου,
είναι παιδί σου, δέρμα σου, κομμάτι σου,
Είναι εσύ.
Λυπάμαι.
Ναι, λυπάμαι ανθρωπάκι.
Μα το προσπάθησα στ’ αλήθεια.
Να σου δείξω την άλλη όψη,
να σου δείξω τον άλλο κόσμο,
να φωνάξω, να σε πάρω από εκεί, να σε τραβήξω.
Να βγάλω τη μάσκα, να την πατήσω, να τη λιώσω κάτω,
να πατήσω τη σάπια σάρκα που αμαύρωσε την ψυχή.
Να δεις πραγματικά τι πρέπει να ψάξεις,
ποιος είσαι, τι μπορείς να κάνεις.
Προσπάθησα στα αλήθεια να σε κάνω να τα δεις.
Σου έστριψα το κεφάλι όπου έβλεπα ψευτιά,
έβγαλα τα δικά μου χέρια και έκλεινα τα αυτιά σου
στις κοινές λέξεις που ήθελαν βίαια να σου τρυπώσουν δίπλα μου.
Τις κλώτησα, τις έδιωξα, τις πέταξα.
Ώσπου με κλείδωσες,
ώσπου διάλεξες τον εύκολο δρόμο.
Και αντί να με βάλεις να καθίσω
μετά το τόσο βάρος σου που κουβαλούσα,
αντί να μου φτιάξεις ένα μικρό δωμάτιο να ζεσταθώ,
αντί να με ποτίσεις, να μου δώσεις φαϊ και νερό,
εσύ με κλείδωσες σ’ ένα μικρό κουτί.
Έκλεισες τον κόσμο έξω από εμένα,
και επέλεξες να γίνεις αυτό που εκείνοι ήθελαν,
να ζήσεις όπως εκείνοι πρόσταζαν.
Με μάτωσες, με έκανες μικρή.
Μικρότερη απ’ όση ήμουν
και απ’ όσα θα μπορούσαμε να γίνουμε μαζί.
Λυπάμαι,
λυπάμαι που με σκότωσες εσύ.
Μα αυτή θα είναι τώρα η παρηγοριά σου στην τελευταία σου πνοή,
αυτό το σάπιο χέρι.
Βουτηγμένο στο κενό, στο ψέμα, στο τίποτα,
αυτό που σε έκανε να με απαρνηθείς.
Λυπάμαι ανθρωπάκι,
που στάθηκες πιο μικρός απ’ όσος γεννήθηκες να είσαι.
Και εσύ, ήσουν η καταδίκη όλων!
photo DariuszSankowski / https://pixabay.com
















































