Ποιος μου ‘κλεψε τον ουρανό, ποιος άρπαξε τον ήλιο
και γίνηκε ο τόπος μου, της κόλασης βασίλειο;
Ποιοι είν’ εκείν’ οι ισχυροί, που τις ζωές ορίζουν,
που φίμωσαν τα χείλη μου και πάψανε ν’ ανθίζουν;
Ποιος πήρε απ’ τα χέρια μου, το μέλλον που μ’ ανήκει
κι αντίς για τον παράδεισο μου παραδίδει φρίκη;
Ποιος έδωσε στον όλεθρο τα σκήπτρα, στην ορφάνια
και κήρυξε την ανθρωπιά, το κάλλος σε αφάνεια;
Ποιος φόρτωσε στην πλάτη μου της πίκρας το δισάκι
κι είναι το χώμα μου νεκρό και το νερό φαρμάκι;
Κυπαρισσάκι έμεινα παντέρημο και μόνο,
ποιος έσπειρε στα στήθια μου καταστροφή και πόνο;
Ψωμί γλυκό δεν μου ‘μεινε, την πείνα να χορτάσω,
μέρος δεν έχω να σταθώ, πέτρα να ξαποστάσω.
Ποιος είναι που μου στέρησε των γιασεμιών το χνώτο,
το χρώμα της ανατολής, το γέλιο μου το πρώτο;
Ποιος ειναι που σημάδεψε του φεγγαριού τα χέρια
κι έμεινα δίχως αγκαλιά χειμώνες, καλοκαίρια;
Η Περσεφόνη απειλεί στον Άδη πως θα μείνει
κι η πλάση παραδόθηκε στης Δήμητρας τη μήνη.
Το κέρας της Αμάλθειας, ποιος άδειασε στους δρόμους
κι έγειρ’ ο Πλούτος και θρηνεί στης μάνας του τους ώμους;
Ποιος τόλμησε και άνοιξε ασκούς με τις οδύνες
κι αρχίσαν να γλεντοκοπούν του πόλεμου σειρήνες;
Σε ποιον θα απολογηθεί, σε ποιον θα μολογήσει,
για τούτα τα εγκλήματα, ποινή ποιος θα εκτίσει;
Μα ό,τι και να κάμετε του κόσμου αφεντάδες,
του μαμωνά προσκυνητές, στυγνοί πραματευτάδες
που δεν φοβάστε τον Θεό, τον οφθαλμό της δίκης
αιχμάλωτοι της δόξας σας, της πρόσκαιρής σας νίκης,
θα ‘πρεπε να γνωρίζετε την ξακουσμένη ρήση,
πως η ζωή “προώρισται να ζήσει και θα ζήσει”!
Μ’ αθώων αίμα γράφεται πάντα η ιστορία,
οι μοίρες μου ορίσανε να ζω μ’ ελευθερία!
photo AD_Images / https://pixabay.com

















































