Βασισμένο σε αληθινά γενονότα – μια ιστορία σε συνέχειες
Με τους Αρεοπαγίτες
Ένα διάστημα, μέχρι να μεγαλώσουν τα παιδιά μου δεν είχα καμία δραστηριότητα, αποκλειστική μέριμνά μου ήταν η ανατροφή τους και αυτό κράτησε περίπου μια δεκαετία. Δεν είχα το δικό μου κοινωνικό περιβάλλον. Οποιαδήποτε επαφή είχα ερχόταν μέσω του άντρα μου. Όταν βγαίναμε έξω, βγαίναμε με τους φίλους του. Ήταν μεν λόγω συνθηκών, αλλά και επειδή δεν είχα ακόμα ωριμάσει και δεν είχα το θάρρος να δημιουργήσω τον δικό μου κοινωνικό κύκλο.
Δεν είχα το θάρρος μπροστά στον άντρα μου. Με γνώρισε χωρίς κοινωνικό κύκλο και χωρίς φίλους και έπρεπε να δείξω τόλμη για να αλλάξω και να του πω ότι δεν είμαι ο ίδιος άνθρωπος που γνώρισε. Να του πω ότι απλά με γνώρισε μικρή και τώρα μεγάλωσα. Ήμουν πάντα κοινωνική, αλλά λόγω των οικογενειακών συνθηκών δεν μπορούσα να διατηρήσω την επικοινωνία με τις άλλες γυναίκες. Πολλές γυναίκες ήταν έτσι, σε αυτή την κατάσταση..
Είχαμε επίσης αυτήν τη σημαντική διαφορά ηλικίας και αυτό που συνέβη είναι ότι όταν αυτός άρχισε να κουράζεται και να καταπέφτει, εγώ ξαναγεννιόμουν. Αυτή ήταν η φυσική ροή των πραγμάτων: ο Τηλέμαχος άρχισε να ζητά τη γαλήνη της σύνταξης και εγώ, έχοντας πια ολοκληρώσει το πρώτο μεγάλωμα των παιδιών, ένιωθα πως τώρα ξεκινούσε ο δικός μου χρόνος. Ανέπτυξα τον εαυτό μου και άρχισα να παίρνω πρωτοβουλίες. Από εκεί που είχε θέσει εμένα στον κοινωνικό του κύκλο, εγώ δημιούργησα τον δικό μου και τον έβαλα σε αυτόν, με έναν τρόπο φυσικό, χωρίς να τον πιέσω, προσφέροντάς του μια νέα συντροφικότητα. Κατά τη δεκαετία αφού μεγάλωσαν τα παιδιά, άρχισα να βγαίνω, να κάνω γνωριμίες. Μέσω της εκκλησίας κυρίως. Μια κυρία με γνώριζε σε κάποιαν άλλη και ο κύκλος μου άρχισε να διευρύνεται.
Είχα την κοινωνικότητα μέσα μου. Επειδή μου είχε στερηθεί η μόρφωση που τόσο ήθελα, ένιωθα πάντα μια έλξη για ανθρώπους που είχαν καλλιέργεια και μια σεβαστή κοινωνική θέση. Ήμουν γεννημένη για τέτοιους κύκλους και πάντα αναζητούσα ανθρώπους που είχαν κάτι καλύτερο από μένα, μια συγκεκριμένη κοινωνική θέση, μια μόρφωση και, μόλις έβρισκα αυτό το κάτι καλύτερο, θα συνδεόμουν. Όχι από σνομπισμό, αλλά από μια δίψα να μάθω· γιατί πίστευα πάντα πως μόνο με καλύτερους ανθρώπους αναπτύσσεσαι και καλύπτεις τα δικά σου κενά.
Όταν είχα τα παιδιά μου μικρά δεν είχα παράπονο ότι δεν είχα ελεύθερο χρόνο, επειδή δεν είχα καν ελεύθερο χρόνο να νιώσω μοναξιά. Ωστόσο, καθώς μεγάλωναν, φυσικά, άρχισα να βγαίνω και πρώτα πήγαινα ξανά στην εκκλησία. Και δεν πήγαινα στην εκκλησία για να κάνω γνωριμίες, πήγαινα επειδή η εκκλησία ήταν ένας τόπος γαλήνης, ένας τόπος χαλάρωσης. Αλλά είτε σου αρέσει είτε όχι, έρχεσαι σε επαφή με ανθρώπους επειδή η λέξη «εκκλησία» αυτή καθ’ αυτή σημαίνει «συνάθροιση», «συγκέντρωση λαού».
Στα πρώτα χρόνια, ο άντρας μου δεν παρακολουθούσε τη λειτουργία. Όταν βρήκε στη σύνταξη όμως, ξεκίνησε σταδιακά να με συνοδεύει. Ήθελε να είναι στην εκκλησία τις Κυριακές. Εγώ πήγαινα από το πρωί, μου άρεσε να ακούω όλη τη λειτουργία , όχι μόνο το «Δι’ ευχών». Αλλά αυτός ακολουθούσε λίγο αργότερα μέσα στην ημέρα, έρχονταν περίπου στο μέσον της λειτουργίας. Πάντως του άρεσε να περνά από την εκκλησία τις Κυριακές.
Όταν ήταν νέος, είχαμε τον δικό του κοινωνικό κύκλο, που περιλάμβανε ανθρώπους από τη δουλειά του, αλλά και συγγενείς. Δεν μπορείς να παραβλέπεις τους συγγενείς σου, γιατί όποιοι κι αν είναι, τους ανέχεσαι. Για μας η οικογένεια ήταν πάντα ιερή. Στραβοί, κουτσοί, είναι οι δικοί σου άνθρωποι, ενώ τους φίλους τους επιλέγεις και αν δε σου ταιριάζουν τους λες και «αντίο».
Επίσης, είχε ένα πολύ καλό φίλο, τον Σωτήρη από το γυμνάσιο. Δεν ήταν από το ίδιο χωριό, γνωρίστηκαν όταν πήγαν γυμνάσιο σε ένα γειτονικό χωριό επειδή όλα τα χωριά πήγαιναν στο γυμνάσιο στο κεντρικό. Στη συνέχεια, όταν ήρθαν στην Αθήνα, οι δρόμοι τους χωρίστηκαν επειδή ο Σωτήρης μπήκε σε μια πανεπιστημιακή σχολή, την Ανωτάτη Εμπορική, ενώ ο Τηλέμαχος εντάχθηκε για διάφορους λόγους στη χωροφυλακή. Για κάμποσα χρόνια είχαν χαθεί μέχρι που συναντήθηκαν κάποτε στη Ξάνθη, που ο Τηλέμαχος υπηρετούσε εκεί και ο Σωτήρης έκανε εκεί τη στρατιωτική του θητεία. Μια μέρα συναντήθηκαν τυχαία στο δρόμο. «Βρε Τηλέμαχε!» «Βρε Σωτήρη;!» Αγκαλιάστηκαν και από τότε δε χώρισαν ποτέ. Ο άντρας μου είχε πάντα παρέα.
Έτσι, όταν μεγάλωσα και μεγάλωσαν και τα παιδιά μου, βρισκόμουν σε μια φάση της ζωής μου όπου ήμουν πολύ ικανοποιημένη. Απολάμβανα τον κύκλο των φίλων μου και ο άντρας μου τον απήλαυσε επίσης, επειδή δεν του επέβαλα κάτι που δεν ήθελε. Συνήθως βλέπαμε κυρίες και όχι απαραίτητα ζευγάρια ή οικογένειες για κοινωνική επαφή, μαζί με τον άντρα μου. Η περίοδος που συμπεριέλαβα τον άντρα μου στον κύκλο που ανέφερα ήταν εκπληκτική. Ένα πράγμα θα πω που συνέβη εδώ στο σπίτι μου: Έκανα ένα τραπέζι με ανθρώπους του Αρείου Πάγου. Είχα τον πρώην πρόεδρο του Αρείου Πάγου στο σπίτι μου.
Τον γνώρισα στον Άγιο Σπυρίδωνα επειδή ήταν πιστός χριστιανός και ερχόταν και εκκλησιαζόταν. Εγώ συνήθιζα να πηγαίνω εκεί με τον δάσκαλο της χορωδίας μου για να μάθω Βυζαντινή μουσική. Πράγματι, για μερικά χρόνια ο πρόεδρος του Αρείου Πάγου μάθαινε επίσης Βυζαντινή μουσική. Μια μέρα τον ρωτάω: «Μήπως γνωρίζετε τον Μάνθο Θ., τον Εισαγγελέα;» «Ο Μάνθος!» μου λέει «είναι ένα πολύ καλό παιδί! Πώς τον ξέρετε;» «Ο Μάνθος» του λέω «είναι οικογενειακός φίλος, από τότε που οι γονείς μου ήταν φίλοι με τπυς γονείς του.» «Θα τον δω στον Άρειο Πάγο και θα του πω τα χαιρετίσματά μου!»
Τη σύζυγο του Μάνθου, τη Λίνα, που το όνομά της ήταν Ευαγγελία αλλά τη φώναζαν Λίνα, όταν ήταν μωρό την πήρα στην αγκαλιά μου και την κοίμησα. Την ήξερα επειδή οι γονείς της ήταν κι αυτοί από την Κάλυμνο και μέναμε στην ίδια γειτονιά. Την εποχή που με πήγαν να μάθω ράψιμο για να κόψω το σχολείο, η μητέρα μου με πήγε στη μητέρα της Λίνας, την κυρία Θάλεια.
Τότε η μητέρα της Λίνας ήταν ανύπαντρη. Αλλά ο αδερφός της έκανε νομικές σπουδές και είχε έναν συμφοιτητή από τη Ρόδο. Τελικώς η μητέρα της Λίνας, η κυρία Θάλεια η μοδίστρα, παντρεύτηκε αυτόν τον συμφοιτητή του αδερφού της, που τον έλεγαν Λευτέρη. Όταν έγιναν τα νησιά ελληνικά και χρειάστηκαν να επανδρωθούν από επιστήμονες, όπως γιατρούς, δικηγόρους και συμβολαιογράφους, ο Λευτέρης ζήτησε να πάει στη πατρίδα του στην Ρόδο και να γίνει συμβολαιογράφος εκεί. Έκαναν δύο παιδιά.
Στη Ρόδο είχαμε ένα κτήμα που άνηκε στον πατέρα μου και όταν πήγαμε να το δούμε μείναμε στο σπίτι της Θάλειας. Έτσι, κράτησα εγώ την Λίνα όταν ήταν μωρό στην αγκαλιά μου και έπαιξα μαζί της. Αλλά όταν τα κορίτσια μεγάλωσαν, ο Λευτέρης τα έστειλε στην Αθήνα να σπουδάσουν. Και οι δύο μπήκαν στη Νομική σχολή.
Όταν κορίτσια ήρθαν στην Αθήνα, ο πατέρας τους βρήκε ένα μέρος λίγο πιο κάτω από εδώ. Βρήκε το σπίτι και ήρθε και με βρήκε που ήμουν παντρεμένη πια με σύζυγο και παιδιά. Τον παρουσίασα στον σύζυγό μου και είπα: «Εδώ είναι ο κύριος Λευτέρης από τη Ρόδο, συμβολαιογράφος. Έφερε τις κόρες του να σπουδάσουν». Είπε ότι τις έφερε εδώ γιατί ήταν το πανεπιστήμιο κοντά και είπε επίσης: «Τις έφερα εδώ για να τις προσέξεις». Απόρησα: «Πώς μπορώ να προσέξω εγώ μεγάλα κορίτσια;» Απλά εννοούσε ότι αν χρειάζονταν κάτι, θα είχαν κάποιον στον οποίο να απευθυνθούν, θα μπορούσαν να μου χτυπήσουν την πόρτα.
Η μικρότερη κόρη, η Λίνα, ακολούθησε το δικαστικό μονοπάτι και έγινε δικαστής. Πέρασε τα πρώτα της χρόνια ως δικαστής στην Πάτρα. Αλλά όταν ερχόταν για κάποιο λόγο στην Αθήνα, θα ερχόταν πάντα να μου κάνει επίσκεψη. Μια μέρα που ήρθε η Λίνα να με δει, παρατήρησε ότι λίγο πιο κάτω από το σπίτι μου, ένας παλιός φούρνος είχε κατεδαφιστεί και στη θέση του χτιζόταν μια πολυκατοικία. Σκέφτηκε ότι είχε λίγα χρήματα και ίσως και με τη βοήθεια του πατέρα της θα μπορούσε να πάρει ένα διαμέρισμα στην Αθήνα. Έτσι, πήγε απάνω και ζήτησε τον υπεύθυνο. Του είπε ότι ενδιαφέρεται για κάποιο διαμέρισμα, από τα σχέδια ακόμα.
Αλλά ο εργολάβος βλέποντάς την έτσι μικροκαμωμένη, της μίλησε ειρωνικά. Του εξήγησε ότι είναι Πρωτοδίκης και τα λοιπά, αλλά αυτός γέλασε, κάγχασε και είπε: «Χα-χα-χα κι εγώ είμαι Αρεοπαγίτης». Με ειρωνεία.
Αυτή συνέχισε να του μιλάει: «Αλλά… ενδιαφέρομαι να το αγοράσω». Τελικά της είπε: «Άντε κοριτσάκι μου, φέρε τη μητέρα σου να συνεννοηθούμε!»
Δε φαινόταν να είναι αξιοσέβαστη γιατί φαινόταν μικρή στην ηλικία. Ήρθε στο σπίτι μου κλαίγοντας και μου είπε: «Κυρία Σεβαστή, τι έπαθα! Μπορείτε παρακαλώ να έρθετε να μιλήσετε και εσείς μαζί μου και να πείτε ότι είστε η θεία μου;»
«Πάμε τώρα» είπα εγώ.
«Ακούστε» του είπα «τι θέλετε, κύριε; Να σας φέρουμε πιστοποιητικό γεννήσεως για να σας δείξουμε πόσο χρονών είναι η κοπέλα; Ή το πτυχίο του πανεπιστημίου για να πειστείτε; Λυπάμαι» του είπα «σαρκάσατε και καγχάσατε μία κοπέλα που αυτή τη στιγμή είναι στο δικαστικό σώμα. Λοιπόν, εγώ είμαι η θεία της, τι θέλετε;» Και κατέληξα: «Συνεννοηθείτε με αυτήν την κοπέλα, η οποία έχει τη διάθεση και τη δύναμη να αγοράσει ένα διαμέρισμα από τη δική σας κατασκευή. Θα το δώσετε, ναι ή όχι;»
«Συγγνώμη, συγγνώμη» άρχισε να λέει «εγώ φταίω, ζητώ συγγνώμη και σε σας και στην κοπέλα. Δε μου γέμισε το μάτι, την πέρασα για μαθήτρια γυμνασίου και πλάκα τα έκανα όλα αυτά. Γι’ αυτό της είπα να φέρει τη μητέρα της».
Του είπα: «Πώς μπορεί να έρθει η μητέρα της; Η κοπέλα είναι από τη Ρόδο, οι γονείς της είναι στη Ρόδο. Η κοπέλα αποφασίζει μόνη της. Πρωτοδίκης είναι κύριε. Δεν μπορεί να παίρνει αποφάσεις για τη ζωή της;»
Αμέσως, κλείσανε τα συμβόλαια και θα έπρεπε να δεις τις ευκολίες που της έκανε. Συμφώνησε μάλιστα στις πληρωμές και σε όλες τις προσθήκες που ζήτησε για το διαμέρισμα. Αυτός ήταν ενθουσιασμένος επειδή όλα ήταν ακόμα στο χαρτί και κατάφερε να πουλήσει το πρώτο του διαμέρισμα σε τέτοια προσωπικότητα του δικαστικού σώματος.
Αγόρασε το διαμέρισμά της και εκείνη την εποχή γνώρισε και τον Μάνθο, ο οποίος επίσης ανήκε στο δικαστικό σώμα. Παντρεύτηκαν στον Αγιο Διονύσιο, τον Αρεοπαγίτη, και έζησαν σε αυτό το διαμέρισμα για πολλά χρόνια. Εδώ έφερε στον κόσμο το πρώτο της παιδί. Το παιδί που τώρα είναι σπουδαία γιατρός με μεταπτυχιακά και δική της κλινική κοντά στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, τη Θαλίτσα. Εδώ στο σπίτι μου έφερναν τη μικρή Θαλίτσα για περίπου τριάμισι χρόνια, γιατί η Λίνα συνήθιζε να φεύγει και να πηγαίνει στα δικαστήρια νωρίς το πρωί και εγώ φρόντιζα το μικρό. Τα παιδιά μου ήταν όλα μεγάλα, αλλά κανένα δεν είχε παντρευτεί ακόμα για να έχει παιδιά, οπότε δεν είχα ακόμα τις υποχρεώσεις μου ως γιαγιά. Ο άντρας μου είτε θα ήταν στη δουλειά είτε στο καφενείο και είχα πολύ χρόνο.
Ένα πρωινό, η Λίνα ήρθε και με παρακάλεσε και είπε: «Σας παρακαλώ, έχω δικαστική υπηρεσία πολύ νωρίς και δεν έχω πού να αφήσω το παιδί, να φέρω τη Θαλίτσα να την κρατήσετε ως το μεσημέρι;» Της είπα: «Λίνα μου, το συζητάς; Φέρ’ την εδώ μαζί με το καροτσάκι της και όλα τα συμπράγκαλά της». Το μικρό κορίτσι έμεινε μαζί μου μέχρι το μεσημέρι, μέχρι που ήρθε η μητέρα της να την πάρει. Της έκανα μια πρόταση: «Όποτε σου συμβαίνει αυτό το πράγμα, Λίνα, να τη φέρνεις, να μη διστάζεις». Και έτσι κι έγινε.
Εγώ όμως συνήθισα το παιδί και της το έπαιρνα κάθε μέρα μετά από λίγο. Μου άρεσε πολύ αυτό το κορίτσι επειδή ήταν πολύ ευγενική και πολύ έξυπνη. Ήταν ένας θησαυρός. Όταν άρχισε να καταλαβαίνει πράγματα αυτό το παιδί, άρχισε να έχει πολλές απορίες και να με ρωτάει… ήταν συνεχείς οι ερωτήσεις της. Ήταν όλο ερωτήσεις κι αν της απαντούσα σε μία, συνέχιζε με άλλη, γιατί το ένα και γιατί το άλλο, μέχρι που τελικά της έλεγα: «Ε, δεν έχω άλλη απάντηση για σένα!»
Ήταν φανερό ότι θα γινόταν κάτι σπουδαίο στη ζωή της. Μα και το παιδί συνήθισε τόσο πολύ μαζί μου που δεν ήθελε να φύγει. Όταν η μητέρα της έρχονταν το απόγευμα να την πάρει, αυτή έκλαιγε και έλεγε: «Θα καθίσουμε με την κυρία Σεβαστή». Κι εγώ περνούσα υπέροχα μαζί της, την έπαιρνα μαζί μου και κάναμε επίσκεψη στη μητέρα μου και χαιρόταν και αυτή.
Όλη μας τη ζωή, εγώ κι η μάνα μου κι οι άλλες γυναίκες, μεγαλώναμε παιδιά· τα παιδιά των φίλων μας ήταν και δικά μας.
(συνεχίζεται)
photo Reissaamme, https://pixabay.com

















































