EnglishGreek

Η Ελληνική εφημερίδα και το Ελληνικό Ραδιόφωνο της Florida, με έδρα το Miami
The Greek News and Greek Radio in  FL

Σε εκείνους που σκέπτονται πως η Ελλάδα σήμερα δεν έχει καμία σημασία ας μου επιτραπεί να πω ότι δεν θα μπορούσαν να κάνουν μεγαλύτερο λάθος. Η σημερινή, όπως και η παλιά Ελλάδα, έχει υψίστη σημασία για οποιονδήποτε ψάχνει να βρει τον εαυτό του.

Χένρυ Μίλλερ, 1891-1980, Αμερικανός συγγραφέας

Η Ελληνική εφημερίδα και το Ελληνικό Ραδιόφωνο της Florida, με έδρα το Miami
The Greek News and Greek Radio in  FL

Subscribe to our newspaper
EnglishGreek

Σεβαστή η Επιμνήμων – Μέρος 20

18 Mar, 2026
Σεβαστή η Επιμνήμων – Μέρος 20

photo Sillylilly, www.pixabay.com

Σεβαστή η Επιμνήμων – Μέρος 20

Βασισμένο σε αληθινά γενονότα – μια ιστορία σε συνέχειες

 

Οι ιστορίες δεν τελειώνουν ποτέ

 

 Έβλεπα τη μητέρα μου πάρα πολύ συχνά, πήγαινα εκεί δύο ή τρεις φορές τη μέρα. Όταν πέθανε ο πατέρας μου, η μητέρα μου έμεινε στην οδό Παρθενώνος μαζί με τον αδελφό του άντρα της για δέκα χρόνια, αυτόν τον κοσμοκαλόγερο που έμεινε ανύπαντρος για να βοηθήσει την οικογένεια του αδερφού του. Αυτόν που τα παιδιά μου γνώριζαν ως τον παππού τους. Αλλά ακόμα κι εμείς δεν μπορούσαμε να τον ξεχωρίσουμε από τον δικό μας πατέρα. Τον νιώθαμε σαν γονιό και τον αγαπούσαμε.

Όταν άνοιξα τα μάτια μου είδα τρεις γονείς πάνω μου! Όταν πέθανε ο πατέρας μου, οι άλλοι δύο συνέχισαν να ζουν μαζί όπως και πριν. Όταν όμως πέθανε ο θείος και η μητέρα μου έμεινε μόνη της, της ζητήσαμε να έρθει να μείνει μαζί μας. Έναν μήνα με το ένα παιδί, έναν άλλο μήνα με το άλλο, έναν μήνα με το τρίτο. Η μητέρα μου όμως δεν το δέχτηκε αυτό. Η μοναξιά την πείραξε πολύ, αλλά ήταν υπερήφανη και δεν το έδειχνε σε εμάς, τα παιδιά της. Το περνούσε μόνη της.

Πρώτα από όλα, όταν πέθανε ο θείος μου η μητέρα μου έχασε τη σύνταξή του. Διότι ο παππούς Στέφανος δεν ήταν ο σύζυγός της, οπότε έχασε αυτό το εισόδημα. Από τη σύνταξη αυτή, πλήρωναν το ενοίκιο γιατί δεν είχαν ποτέ δικό τους σπίτι. Λόγω αυτής της σύνταξης δεν είχαν οικονομικό πρόβλημα. Ούτως ή άλλως εμείς τα παιδιά πηγαίναμε πάντα φορτωμένοι με τρόφιμα στο σπίτι τους και γεμίζαμε τα ψυγεία τους. Όσο για ρούχα και παπούτσια, κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα βάζαμε τα χρήματα μας οι τρεις μαζί και ό,τι χρειάζονταν τους το παρείχαμε.

Μετά τον θάνατο του παππού Στέφανου, αφού του κάναμε τα σαράντα, της κάναμε την πρόταση. Της είπαμε ότι δεν της είχαμε πει τίποτα τόσο καιρό «επειδή όπως ζούσατε τόσα χρόνια οι τρεις μαζί, θα ζούσατε άλλα τόσα χρόνια όσα ήθελε να χαρίσει ο Θεός στους δυο σας». Τώρα ήρθε η ώρα να έχουμε τη μητέρα μας στα σπίτια μας, αλλά εκείνη την εποχή είχε γεννηθεί μια εγγονή μου και τα πρωινά έπρεπε να τη φροντίζω εγώ για να δουλεύουν οι γονείς της. Τα απογεύματα έπρεπε να επιστρέφω σπίτι για να φροντίσω τον άντρα μου και να μαγειρέψω, οπότε δεν ήταν εύκολο να τη φέρω στο σπίτι μου, γιατί θα ήταν μόνη για πάρα πολλές ώρες. Ο άντρας μου δε θα της έκανε συντροφιά, γιατί από τότε που βγήκε στη σύνταξη κάθε πρωί πήγαινε στο καφενείο. Η αδελφή μου δούλευε πολλές ώρες έξω από το σπίτι και τα παιδιά του μικρού αδελφού μου ήταν στο λύκειο, μελετούσαν και χρειάζονταν ησυχία.

Έτσι, σκεφτήκαμε να την παίρνουμε ένας-ένας στα σπίτια μας, για έναν μήνα τη φορά. Μετά από αυτό, θα είχαμε διακοπές δύο μήνες και μετά θα μπορούσαμε να την έχουμε ξανά για ένα μήνα. Δεν το δέχτηκε και είπε: «Τι, θα γίνω βαλίτσα;» Αλλά δε θα ήταν ενόχληση οπουδήποτε πήγαινε, είχε τη δική της γωνιά να κάθεται και ήταν μια ήσυχη προσωπικότητα, δε θα μας επιβάρυνε. Αλλά ήταν υπερήφανη, δεν ήθελε να είναι στα πόδια μας.

Σε κάποια φάση είπε: «Και με τα ρούχα μου, τι θα γίνει;» Κι εγώ της είπα: «Στο σπίτι μου έχω τις μεγαλύτερες ντουλάπες για να αφήσεις τα ρούχα σου. Όταν πηγαίνεις να μείνεις στα αδέρφια μου θα μπορείς να παίρνεις τα εσώρουχά σου μαζί σου και οποιαδήποτε στιγμή θέλεις μου τηλεφωνείς και θα πετάγομαι να σου φέρνω ό,τι χρειάζεσαι. Τα άλλα σπίτια είναι δύο βήματα».  Επιπλέον, δε θα έβγαινε από το σπίτι χωρίς εμάς, ακόμα και στην εκκλησία δε θα πήγαινε μόνη. Πάντα κάποιος τη συνόδευε, οπότε θα της έφερνε τα ρούχα της.

Αλλά δεν το δέχτηκε με τίποτα. Μάλλον είχε δεθεί με εκείνο το σπίτι. Είπε: «Άφήστε με εδώ όπου κάθομαι και αν θέλετε μπορείτε να με κοιτάζετε. Αν δε θέλετε, αφήστε με». Έτσι, αποφασίσαμε να την αφήσουμε εκεί αφού της άρεσε αυτό το σπίτι.

Της δίναμε 6.000 δραχμές το μήνα. Επίσης, εμείς κάναμε τα ψώνια της και γεμίζαμε το ψυγείο της. Το ενοίκιο ήταν 4.000 δραχμές και δεν πλήρωνε τίποτα άλλο, μόνο το νερό, το ρεύμα και το τηλέφωνο, τα οποία ήταν περίπου 100 δραχμές όλα μαζί. Επομένως της μένανε και λεφτά.

Την επισκεπτόμουν συχνά. Αφού άφηνα την εγγονή μου στους γονείς της, πήγαινα εκεί για μεσημεριανό και το βράδυ, αφού περνούσε η μέρα, μετά τις δουλειές του σπιτιού μου πήγαινα για δεύτερη φορά. Τελικά, έμεινε μόνη για πέντε χρόνια μέχρι που πέθανε το ꞌ88. Όμως ήταν δύσκολο για εκείνη να είναι μόνη, είχε γεράσει και δεν μπορούσε ούτε να καταλάβει τα προβλήματά της. Κάθε μέρα της ετοίμαζα τα φάρμακα που έπρεπε να πάρει.

Δυστυχώς, είχε κάτι που και η αδελφή μου κληρονόμησε, είχε πολλούς πονοκεφάλους και ανέβαινε η πίεση του αίματος της, ήταν υπερτασική. Όλη την ώρα έλεγε: «Πα πα πα πα, τι συμβαίνει σ’ αυτό το κεφάλι!» και έπαιρνε τα Στεντόν, κάτι ψυχοφάρμακα που της είχε γράψει ο γιατρός, κάθε δύο ώρες σαν ασπιρίνη, επειδή νόμιζε ότι αυτό ήταν η θεραπεία της. Στο τέλος, άρχισε να έχει παραισθήσεις και να χάνει τα λογικά της.

Όταν την επισκεπτόμασταν την ημέρα, όλα ήταν καλά και ήρεμα, αλλά την νύχτα επειδή είχε και φοβία μέσα της, δεν μπορούσε να κοιμηθεί και έφτιαχνε με το μυαλό της διάφορα πράγματα. Νόμιζε ότι της χτυπάνε τα κουδούνια, νόμιζε ότι άνθρωποι τής χτυπάνε τις πόρτες. Αυτός που το πλήρωνε αυτό ήταν ο αδελφός μου, ο Νικόλας, καθώς ήταν αυτός που έμενε πιο κοντά της. Τον καλούσε μες τα μεσάνυχτα και έλεγε: «Έλα, γιατί ήρθε πάλι το παλιόπαιδο» επειδή, στο μυαλό της, είχε δημιουργήσει ένα παιδί, το είχε ντύσει στα άσπρα και του είχε δώσει το όνομα Σατανάς. «Ήρθε πάλι ο Σατανάς και μου έβαλε κουρτίνες μπροστά από το παράθυρό μου και μου σκοτείνιασε τα πάντα» έλεγε. Αυτό που πραγματικά συνέβαινε ήταν ότι έκλειναν τα φώτα του δήμου και, όταν έπεφτε η νύχτα, ήταν σκοτάδι.

Στην αρχή, δε συνειδητοποιήσαμε πόσο σοβαρά ήταν επειδή αυτά τα πράγματα συνέβαιναν σταδιακά. Και όταν άρχισε να κάνει τηλεφωνήματα στον Νικόλα τα βράδια και του έλεγε ότι τα παιδιά της γειτονιάς της χτυπούσαν τα κουδούνια η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο. Γι’ αυτό μια μέρα, πήγα στο προαύλιο μπροστά από το σπίτι της όπου ήταν κάτι παιδιά που παίζανε και τους είπα:  «Παιδιά, πείτε την αλήθεια, δε θα σας μαλώσω». Τα έφερα κοντά μου και ρώτησα: «Αυτό το κουδούνι το πειράζετε; Κάνετε κάτι με αυτά τα κουδούνια;» Είπαν: «Όχι, εμείς δε χτυπάμε τα κουδούνια». Οπότε, σκέφτηκα ότι ίσως τα αυτιά της να δημιουργούσαν αυτές τις καταστάσεις.

Και όταν μια βραδιά τηλεφώνησε στον Νικόλα μέσα στα μεσάνυχτα και του είπε για το πώς ο Σατανάς είχε έρθει μέσα στο σπίτι της, αυτός πήγε εκεί και της είπε: «Όπως είσαι, βάλε το παλτό σου πάνω από το νυχτικό σου και έλα στο σπίτι μου και θα περιμένουμε μέχρι να ξημερώσει η μέρα». Κι όταν ήρθε το πρωί, κάλεσε και την αδελφή μου και εμένα και πήγαμε εκεί και μας εξήγησε τι συνέβαινε με τη μητέρα μας. Σε εκείνο το σημείο, είτε αυτή το ήθελε είτε όχι, πήραμε την ευθύνη να την φέρουμε στα σπίτια μας, όπως μας βόλευε, εκ περιτροπής. Εκείνη τη στιγμή αυτή δεν αντέδρασε. Κατανόησε ότι δεν μπορούσε να παραμείνει μόνη.

Έμεινε μαζί μου τον πρώτο μήνα και τα πράγματα πήγαν καλά. Ο άντρας μου ερχόταν λίγο πιο νωρίς μετά τον πρωινό του καφέ στο καφενείο και της κρατούσε περισσότερη συντροφιά. Όταν επέστρεφα από το σπίτι της κόρης μου που κρατούσα το μωρό μέχρι να γυρίσουν οι γονείς, θα καθόμουν μαζί της, και μερικές φορές περπατούσαμε, κάναμε βολτίτσα στη γειτονιά, να περπατήσει λιγάκι. Όταν πήγε στο σπίτι της αδελφής μου τα πράγματα ήταν ακόμα καλύτερα επειδή ο άντρας της, ας αναπαυθεί εν ειρήνη, δεν ήταν από αυτούς που συχνάζουν τα καφενεία. Αυτός έβγαινε λιγάκι το πρωί μια βολτίτσα γύρω από το Κουκάκι και μετά έμενε σπίτι περισσότερο. Ενώ η αδελφή μου δούλευε όλη μέρα έξω, αυτός της κρατούσε παρέα γιατί είχε συνταξιοδοτηθεί.

Τελικά δεν πρόλαβε να πάει στο σπίτι του αδερφού μου  καθώς έπαθε ένα μεγάλο εγκεφαλικό. Είχε προβλήματα με την αρτηριακή της πίεση, γι’ αυτό και έλεγε: «Τι συμβαίνει στο κεφάλι μου;» όσο κι αν ρυθμίζαμε την κατάστασή της όταν ήταν μαζί μας. Ένα πρωινό ο άντρας της αδελφής μου, που  ήταν αυτός που μαγείρευε στο σπίτι, της έφτιαξε ρεβύθια. Της σέρβιρε ένα πιάτο γεμάτο και είχε τηγανίσει και ένα κομμάτι συκώτι, το οποίο έβαλε δίπλα στο πιάτο για να φάει. Είπε: «Γιαγιά, θα κάνω έναν μικρό περίπατο και θα επιστρέψω».

Όταν γύρισε από τη βόλτα, βρήκε τα πάντα στο πάτωμα, τα ποτήρια σπασμένα, επειδή η μητέρα μου είχε πάθει εγκεφαλικό και είχε ρίξει τα πάντα κάτω συμπεριλαμβανομένων και των γυαλιών της. Πήγε κοντά της και φώναξε: «Γιαγιά! Γιαγιά!» Αλλά αυτή δεν αντέδρασε. Είπε: «Αυτή είτε είναι πεθαμένη είτε είναι σε κώμα». Κάλεσε τον αδελφό μου και τη γυναίκα του και μετά αυτοί ήθελαν να καλέσουν κι εμένα αλλά δεν μπορούσαν να με ειδοποιήσουν επειδή ήμουν στο σπίτι της κόρης μου.

Εκείνη τη μέρα, μάλιστα, όπως το έκανα συχνά, είχα πάει βόλτα το μωρό σε μια γειτόνισσα την κυρία Βούλα επειδή είχε αυλή. Είχα αφήσει το καροτσάκι του έξω, αυτό έπαιζε και ήρθε και ένα άλλο παιδί από την πολυκατοικία της και παίζανε μαζί. Ωστόσο, εκείνοι συνέχισαν να με ψάχνουν και καθώς επέστρεφα, άκουγα το τηλέφωνο το σπιτιού της κόρης μου να χτυπάει απ’ έξω. Δεν είχαμε κινητά τότε, χτυπούσε μόνο το σταθερό του σπιτιού.

Όταν απάντησα τους είπα: «Τι μπορώ να κάνω εγώ αυτή τη στιγμή με ένα μωρό; Αν δεν έρθει κάποιος από τους γονείς, εγώ δεν μπορώ να μετακινηθώ. Πρέπει να την πάτε σε ένα νοσοκομείο και σε οποιοδήποτε νοσοκομείο πάτε, καλέστε με και πείτε μου πού είστε. Όποιος από τους γονείς φτάσει πρώτος, μόλις έρθει, θα του αφήσω το μωρό και θα έρθω να σας βρω».

Δε θυμάμαι καν ποιος μπήκε πρώτος στο σπίτι, η μητέρα ή ο πατέρας. Παρέδωσα το παιδί σε έναν ενήλικα και έφυγα και έφτασα στο σπίτι μου. Έφτασα στο σπίτι ξεσήκωσα και τον άντρα μου και του είπα: «Σήκω, φεύγουμε, πρέπει να πάμε στον Ερυθρό Σταυρό». Και όταν επιτέλους έφτασα τους βρήκα όλους εκεί. Είχανε βρει και την αδελφή μου, την είχαν φέρει πίσω από τη δουλειά. Η μητέρα μου ήταν σε κώμα.

Την έβαλαν σε ένα θάλαμο και όταν άνοιξε τα μάτια της δεν μπορούσε να μιλήσει μαζί μας. Είχε λερωθεί, είχε βραχεί, ήταν σε χάλια κατάσταση. Κάποια που ήταν δίπλα της στο θάλαμο, διότι είχε τον άντρα της εκεί με εγκεφαλικό, μας έδωσε μια πάνα να την αλλάξουμε. Έφερα κι εγώ ένα νυχτικό από το σπίτι μου και   άλλαξα τη μητέρα μου. Την επόμενη ημέρα, ο αδερφός μου ο Νικόλας, ο οποίος είχε ιδιωτική ασφάλιση και είχε σχετικό δικαίωμα, έκανε ενέργειες και την μετέφεραν σε ένα θάλαμο με δύο κρεβάτια. Γιατί αρχικά ήταν σε ένα θάλαμο με δέκα άλλα άτομα,  ήταν απαίσια κατάσταση.

Δεκαπέντε με είκοσι μέρες πέρασαν. Πολλές μέρες πέρασαν δηλαδή, περισσότερες από ό,τι έπρεπε. Μετά από τόσες μέρες, ο διευθυντής με κάλεσε στο γραφείο του και είπε: «Δεν μπορούμε άλλο να την κρατήσουμε εδώ. Ό,τι μπορέσαμε να κάνουμε κάναμε. Τώρα η κατάστασή της μπορεί να διαιωνιστεί. Είτε η μητέρα σας ενδέχεται να φύγει γρήγορα λόγω άλλου εγκεφαλικού, ή ενδέχεται να παραμείνει έτσι για χρόνια. Πρέπει να την πάρετε, δεν μπορούμε να κρατήσουμε το κρεβάτι κατειλημμένο πλέον. Γιατί δεν μπορούμε να της προσφέρουμε κάτι άλλο απ’ όσα κάναμε μέχρι τώρα».

Την πήραμε και τη μεταφέραμε σε μια κλινική εδώ στο Μακρυγιάννη. Δεν ήταν γηροκομείο, ήταν μια κανονική κλινική που έκανε εγχειρήσεις. Την κράτησε έξι μήνες σε αυτή την κατάσταση. Ο κύριος Σωτήρης, ο φίλος του άντρα μου, βοήθησε πολύ με την κατάσταση επειδή ήταν διευθυντής σε κεντρικό τμήμα του ΙΚΑ και είχε πολύ μεγάλη επιρροή.

Δε συνήλθε ποτέ εντελώς η μαμά μου. Δεν ήταν σε κώμα πια, είχε ανοίξει τα μάτια της και έτρωγε, αλλά δε μιλούσε και δεν ξέραμε αν μας καταλάβαινε και αν μας γνωρίζει. Αλλά μας κοίταζε. Την ταΐζαμε, αλλά ήταν παράλυτη πια στο ένα χέρι και στο ένα πόδι. Αυτή λοιπόν η κλινική την κράτησε για έξι μήνες επειδή δεν μπορούσαν να την κρατήσουν περισσότερο. Γι’ αυτό ο κύριος Σωτήρης προχώρησε σε περαιτέρω ενέργειες και βρήκε μια άλλη κλινική στην Καλλιθέα. Έμεινε εκεί για άλλους εννέα μήνες σε αυτήν την κλινική, αλλά η κατάσταση χειροτέρευε. Τελικά, έφυγε. Ομαλά.

Ένα πρωινό, η αδελφή μου την τάισε, όλα ήταν καλά, ήπιε το γάλα της. Μας κοίταζε, αλλά δε μιλούσε, δεν μπορούσε να πει «κάτι θέλω». Εγώ ήμουν στο σπίτι της κόρης μου πάλι, δε θυμάμαι γιατί. Η μητέρα μου πέθανε στην αγκαλιά της αδελφής μου. Η αδελφή μου είχε σκοπό να φύγει από την κλινική, μετά από αυτήν είχε σειρά να έρθει η συννυφάδα μου και μετά εγώ. Δε θα επέστρεφα καθόλου σπίτι, θα πήγαινα στη κλινική και όποιος ήταν εκεί θα έφευγε. Κάποια στιγμή, καθώς η μάνα μου κοίταζε την αδερφή μου στα μάτια, φάνηκε να κάνει μια κίνηση απόφραξης, έναν ρόγχο, έναν στεναγμό. Έγειρε τα μάτια της και έμεινε ακίνητη.

Ήρθαν οι γιατροί, ήρθαν οι νοσοκόμες και είπαν: «Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα». Έκαναν τη διάγνωση ότι είχε φύγει. Το μωρό της κόρης μου ήταν δύο χρονών τότε, έτσι η γιαγιά Μαρία είδε δισέγγονα, μάλιστα όχι μόνο ένα. Πράγματι, θυμάμαι ότι συνήθιζα να πηγαίνω τον μεγαλύτερο εγγονό μου τον Τηλέμαχο όταν εκείνη ζούσε ακόμα με τον παππού Στέφανο. Τον πήγαινα να τους επισκεφτεί και ήταν και οι δυο ενθουσιασμένοι.

 

― Αλλά πάλι γιαγιά μου είπες ένα κομμάτι της ζωής σου που ήταν μια παρένθεση, δεν προχωράμε την ιστορία μας χρονολογικά. Εγώ έχω ακόμα πολλά να σε ρωτήσω… διαμαρτυρήθηκα γιατί διέκρινα ότι με την τελευταία της φράση είχε προσπαθήσει να βάλει έναν επίλογο.

― Η ζωή μου είχε τόσο καλές όσο και κακές στιγμές, αλλά κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου υπέφερα πολύ επειδή δεν μπορούσα να βοηθήσω τη μητέρα μου. Ήταν είτε το ένα είτε το άλλο, ήταν ή το παιδί μου ή η μάνα μου.

Εχώ πει όμως ότι θα πάω να δω τη φίλη μου, την Ευανθίτσα, που έχει αρρωστήσει. Μπορείς να με περπατήσεις ως εκεί, να μπεις και να πεις ένα «γεια»;

Ωραία, ας πάμε, Κίρα, γιατί οι ιστορίες που λέμε δεν τελειώνουν ποτέ. Σου είπα πολλά σήμερα για μένα, αλλά είναι η σειρά σου να μου πεις κι εσύ τα δικά σου.

 

 

(Συνεχίζεται)

 

 

 

photo Sillylilly, https://pixabay.com 

 

Τα άρθρα που δημοσιεύουμε δεν απηχούν αναγκαστικά τις απόψεις μας και δεν δεσμεύουν παρά τους συγγραφείς τους. Η δημοσίευσή τους έχει να κάνει όχι με το αν συμφωνούμε με τις θέσεις που υιοθετούν, αλλά με το αν τα κρίνουμε ενδιαφέροντα για τους αναγνώστες μας.

Ακολουθήστε μας στο Facebook @grnewsradiofl

Ακολουθήστε μας στο Twitter @grnewsradiofl

 

Copyright 2021 Businessrise Group.  All rights reserved. Απαγορεύται ρητώς η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή ή αναδιανομή μέρους ή όλου του υλικού του ιστοχώρου χωρίς τις κάτωθι προυποθέσεις: Θα υπάρχει ενεργός σύνδεσμος προς το άρθρο ή την σελίδα. Ο ενεργός σύνδεσμος θα πρέπει να είναι do follow Όταν τα κείμενα υπογράφονται από συντάκτες, τότε θα πρέπει να περιλαμβάνεται το όνομα του συντάκτη και ο ενεργός σύνδεσμος που οδηγεί στο προφίλ του Το κείμενο δεν πρέπει να αλλοιώνεται σε καμία περίπτωση ή αν αυτό κρίνεται απαραίτητο να συμβεί, τότε θα πρέπει να είναι ξεκάθαρο στον αναγνώστη ποιο είναι το πρωτότυπο κείμενο και ποιες είναι οι προσθήκες ή οι αλλαγές. αν δεν πληρούνται αυτές οι προυποθέσεις, τότε το νομικό τμήμα μας θα προβεί σε καταγγελία DMCA, χωρίς ειδοποίηση, και θα προβεί σε όλες τις απαιτούμενες νομικές ενέργειες.

Άλλα Άρθρα

Μάθηση

Μάθηση

Πάθη,λάθη,ηδονές, Γυναικείες εισβολές Έφεραν καταστροφές Και ταλαιπωρίες Αμαρτίες δυνατές Δεν...

Culture Summit

Τελευταία Άρθρα

Πρωτοσέλιδα Εφημερίδων


Spiroulina Platensis
Academy Farsala
Academy Farsala
Exotic Eyewear Optical
Exotic Eyewear Optical
lpp cafe
lpp cafe
King Power Tax

Pin It on Pinterest

Share This