Κυριακή στο στρωμένο τραπέζι.
Εδέσματα αχνιστά
πίτες, σούπες, τυριά,
αχνίζει η ζωή τις Κυριακές
απλώνεται ο κόσμος όλος σε καθαρό τραπεζομάντηλο.
Μοσχοβολάει θυμάρι
κρασί ρουμπίνι μες στα ποτήρια
μες στα στόματα
να ανοίξουν οι καρδιές σαν σύκο.
Σε κάθε ανάσα η γουλιά στάζει υπόσχεση
λόγια ζεστά
σαν τις φέτες ψωμιού που ζυμώθηκε την αυγή.
Τίποτα δεν περισσεύει
μπουκιά το γέλιο
όλοι τρώνε από αυτό
μέχρι να αδειάσει το πιάτο,
έχει για όλους.
Η μνήμη σβησμένο κερί∙
τις Κυριακές φυσάει
σβήνει τα μυστικά,
όλοι τους συγχωρήθηκαν.
Στην άκρη των χειλιών στάζει ο ήλιος
να ξεχυθούν τραγούδια
να ξεχυθεί ευλογία
γλέντι ο αιώνας να τον πιούν.
Ύστερα στο νεροχύτη το σερβίτσιο
η σακούλα άδεια
τίποτα για πέταμα
η αργοπορία του σκύλου κατάπιε
και το τελευταίο κομμάτι
οι κοιλιές και τα στόματα γεμίσαν Κυριακή.
Κανείς δεν πρόσεξε την αδειανή καρέκλα
και σήμερα.
Ένα πιάτο στο ντουλάπι μοναχό
μοίρα κακή το χτύπησε, εκ γενετής,
να χηρέψει
ένα πιρούνι δε βρήκε πουθενά αντίσταση να καρφωθεί
δε βρήκε χέρι
δε βρήκε σημάδι
για αυτόν που δεν κάθισε.
Το χτες δεν επιστρέφει
ούτε Κυριακή, μέρα συγχώρεσης.
Άραγε τρώει μονάχος;
Η ερώτηση
αφάγωτη
επάνω στο τραπέζι
σαν ψίχουλο πέφτει στο πάτωμα
μαζί με τα άλλα
σαν ίδιο με αυτά.
Δεν τρέχω να το περισώσω
από φαράσι.
Δευτέρα αύριο.
photo 24VPS, https://pixabay.com

















































