Πουλί νιογέννητο
σε μια φωλίτσα
στης κοτσυφίναςτην αγκαλίτσα
ζούσε ζεστά,
μα ξάφνου γλίστρησε,
πέφτει στο χώμα,
πίπιζε, Θεέ μου,
σε κρύο στρώμα
τρεμουλιαστά!
Διώξε, Χριστούλη μου,
σ’ άγνωστη στράτα
του γείτονά μας
τη μαύρη γάτα
να μην το δει
κι εγώ το ψεύτικο
σκαντζοχοιράκι
θα κρύψω αμέσως
στο κουβαδάκι,
μη φοβηθεί. |
Ω, να κατάφερνα
να σκαρφαλώσω
στη φλαμουριά μας,
για να το σώσω,
μα δεν μπορώ.
τρέμω απ’ την έγνοια μου
μήπως βραδυάσει
κι από το κρύο
μην ξεπαγιάσει
πουλί μωρό.
Και να σου!
Πρόβαλαν
πριν απ’ το δείλι
ο πατερούλης
με το Βασίλη
και στη φωλιά
έβαλαν πρόθυμα
το κοτσυφάκι
να’χει απ’ τη μάνα
ζεστό φαγάκι,
γλυκά φιλιά.
photo
TheOtherKev, https://pixabay.com















































