Η σημερινή κοινωνία παλεύει με τη σήψη και την απραγία. Μα όσο το μυαλό, η ψυχή και το σώμα ατροφούν, ο χρόνος συνεχίζει να κυλάει και η ζωή χαρίζει τις ομορφιές της σε αυτούν που την αρπάζουν από τα μαλλιά.
Μαγάρισε η ψυχή μου όλα τα πέταλα
και φύτρωσε στη θέση τους αγκάθια.
Και εκεί που κάποτε φτερά ανοίγανε,
κάγκελα από ατσάλι κλειδώσαν την ορμή.
Άπλωσα τότε τα χέρια
και έκανα τα σίδερα να σπάσω,
μα λυσσασμένα δόντια κόψανε την κίνησή τους.
Προσπάθησα ύστερα τα πόδια να κινήσω,
μα το χώμα βρώμαγε σήψη και τα τραβούσε μέσα του.
Έδιωξε τότε και το νου το τελευταίο φως,
έβαλε μαύρες κουρτίνες στις αχτίδες
και σφράγισε τα μάτια με την πίσσα.
Και έμειναν και τα τρία ακίνητα και νεκρικά.
Σώμα, ψυχή και νους έσβησαν το σθένος
όσο η ζωή συνέχιζε να τρέχει.
photo Engin_Akyurt / https://pixabay.com
















































