…καλόγερος ‘εν μετανοία’ στο «Περιβόλι της Παναγίας»!
Πριν λίγα χρόνια, απεβίωσε ειρηνικά στ’ Αγιορειτικό Μοναστήρι μας, ο μακαριστός Γέρων Μωϋσής. Πριν καρεί μοναχός, ζούσε ερημιτικά επί χρόνια στον Μοναστηριακό μας Αρσανά (λιμάνι), όντας γνωστός σ’ όλη την περιοχή της ΒΑ ακτογραμμής, ως «μπαρμπα-Γιάννης ο Αρσανάρης». Οι προσκυνητές που κατέπλεαν στο μουράγιο, εύρισκαν πάντοτε αυτόν να τους καλωσορίζει πρόσχαρα, όταν αποβιβάζονταν απ’ το βαπόρι, να τους φιλεύει καλωσυνάτα δροσερό νερό και να τους οδηγεί στην αρχή του μονοπατιού για την Μονή.
Δεν ήταν μοναχός. Ήταν λαϊκός, με κοντό ράσο και μακριά γενιάδα, και ζούσε ερημιτικά. Το προσωνύμιο, ως «μπαρμπα-Γιάννης ο Αρσανάρης», το έλαβε σχεδόν από την αρχή, με την εγκαταβίωσή του στον Αρσανά της Μονής. Είχε βρει εκεί μια ‘τρύπα’ σ’ ένα παλιό κτίσμα και είχε ‘τρυπώσει’, φτιάχνοντας μια αυτοσχέδια ‘φωλιά’ και ζώντας μέσα σ’ αυτήν ως ερημικός ερωδιός… ελεύθερος από μοναχικές υποχρεώσεις και κοσμικές μέριμνες. Ανέβαινε πότε-πότε στο Μοναστήρι για να πάρει κανένα καρβέλι ψωμί ή λίγο παξιμάδι κι’ ελιές… κι’ ό,τι άλλα εφόδια του πρόσφερε η μονή, κι’ έφευγε πριν δύσει ο ήλιος για το παραθαλάσσιο ερημικό του ενδιαίτημα.
Ωστόσο, ο «μπαρμπα-Γιάννης ο Αρσανάρης» είχε ‘βαπτιστεί’ και μ’ ένα ακόμα (σκωπτικό) προσωνύμιο: «πάτερ-Λας Βέγκας», που του το προσήψε η ίδια η… ‘ιστορία της ζωής’ του, διά στόματος ενός ανιψιού του, που είχε περάσει ως προσκυνητής από την Μονή! Εκείνος (ο ανιψιός) καταπλέοντας στο Μοναστηριακό λιμάνι, έτυχε να δει… και ν’ αναγνωρίσει στο πρόσωπο του «μπαρμπα-Γιάννη του Αρσανάρη» τον… θείο (μητραδερφό) του, πού΄χε ξενητευτεί πριν από πολλά χρόνια στον ‘Νέο Κόσμο’… και τ’ αχνάρια της ζωής του είχαν χαθεί στην απεραντοσύνη της υπερατλαντικής ξενητειάς.
Ο ανιψιός προσήψε στον θείο το προσωνύμιο αυτό: «πάτερ-Λας Βέγκας», ως ‘παραπεμπτικό’ στην… πρότερη ‘ζωή και πολιτεία’ του! Διότι, ο γερο-Μωϋσής (ο και «μπαρμπα-Γιάννης ο Αρσανάρης»), πριν ακόμα ελκύσει ο Χριστός την καρδιά του σε μετάνοια, είχε ξοδέψει την ‘ουσία’ της ψυχής και της ζωής του στα καζίνο του Λας-Βέγκας… κάνοντας ‘επιτυχή καριέρα’ ως επαγγελματίας χαρτοπαίχτης και τζογαδόρος, στοιβάζοντας στο κεμέρι του ‘διαολομαζώματα’… πού΄γιναν -όπως γίνεται συνήθως- ‘ανεμοσκορπίσματα’ στο κυνήγι μιας άπιαστης ‘χαράς’, αναζητούμενης σε λάθος χωρο/τρόπους…!
Μετά την πνευματική του αφύπνιση, και την μεταστροφή της καρδιάς του προς τον Χριστό, ο «πάτερ-Λας Βέγκας» αναζήτησε ‘λιμάνι’ μετανοίας, κατ’ αρχήν στην έρημο του Σινά, για κάποιο χρονικό διάστημα. Αργότερα, όμως, μη μπορώντας να παραμείνει εκεί, ήρθε στ’ Αγιονόρι… και μετά από περιήγηση σε όλη την Αθωνική Χερσόνησο, επέλεξε να μείνει και φωλιάσει, σαν θαλασσοπούλι, στον Μοναστηριακό μας αρσανά, δίπλα στην θάλασσα… που ήταν η ‘μεγάλη αγάπη’ του! Εκεί έζησε για χρόνια μέχρι που κατέπεσε.
Όταν κατέπεσε οργανικά ο «μπαρμπα-Γιάννης ο Αρσανάρης», και δεν μπορούσε πια να αυτοσυντηρηθεί ούτε στις στοιχειώδεις ανάγκες του, τον φέραμε για περίθαλψη στην Μονή. Τον φροντίζαμε σαν παιδάκι (γιατί, ο ευλογημένος, ήταν όντως ένα παιδάκι… 80+ ετών!) επιμελούμενοι, μαζί με το ασθενικό του σώμα και την αθάνατη ψυχή του! Δηλαδή, φροντίζοντας να εξομολογείται συχνά σ’ έναν Πνευματικό της Μονής που πήγαινε στο κελλί του, και να κοινωνεί τακτικά τα Άχραντα Μυστήρια! Ακόμα, φροντίσαμε και να καρεί Μοναχός… και εκάρη, κάποια Σαρακοστή, με τ’ όνομα Μωϋσής.
Δεν ήθελε να πάει σε νοσοκομείο, ο ευλογημένος, παρά τα σοβαρά του προβλήματα υγείας, υπομένοντας καρτερικά και ταπεινά τις ασθένειές του, και -όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο ίδιος- «περιμένοντας μέρα τη μέρα… ώρα την ώρα, τον Αρχάγγελο…» για να παραδώσει την ψυχή του. Σ’ εμάς, όταν περνούσαμε απ’ το κελλάκι του για να τον δούμε, και τον ρωτούσαμε «Πώς πάμε… αββά Μωϋσή;», απαντούσε πάντα με καλογερική λιτότητα, τόσο με την γλώσσα όσο και με τα εκφραστικά του μάτια: «Δόξα στον Άγιο Θεό…»!
…Ο Γέρων Μωϋσής – ο «μπαρμπα-Γιάννης ο Αρσανάρης» – ο «πάτερ-Λας Βέγκας» ‘έφυγε’ για την «Χώρα των ζώντων» μια νύχτα ασέληνη, λίγο πριν ξεκινήσει η μεσονύκτια Λατρεία στο Καθολικό της Μονής μας. Η ψυχή του, εξαγνισμένη από την σιωπηλή, μαρτυρική, αγόγγυστη υπομονή των πολλών ασθενειών του, πέταξε αθόρυβα σαν νυχτοπούλι στον ουρανό… όπως αθόρυβα έζησε ανάμεσά μας τα τελευταία 35 χρόνια. Είθε, ο Χριστός μας να τον έχει εισαγάγει στο ανέσπερο Φως της Ουράνιας Βασιλείας Του… και να το έχει ξεκουράσει στην θαλπνή και άσυλη Αγκαλιά της Αγάπης Του…!
Αιωνία σου η μνήμη… αββά Μωϋσή! Καλήν αντάμωση στον Παράδεισο…
















































