Εμένα ψάχνω. Με έχασα στα πέρατα της οικουμένης.
Ποια είμαι; Πού βρίσκομαι; Αιωρούμενη στο κενό;
Ποιο δρόμο να πάρω;
Διασταυρωμένα σπαθιά αυτό το σταυροδρόμι.
Έγινα μια κοκκινοσκουφίτσα στο σκοτεινό δάσος.
Με κυνηγούν οι λύκοι από την ημέρα
που γεννήθηκα.
Με υιοθέτησε μια στρίγγλα μητριά.
Με άρπαξαν από τα χέρια σου, μητέρα πατρίδα,
και με παράτησαν νεογνό σε ξένη πόρτα.
Σπάραζα απ’ το κλάμα. Αγωνιούσα.
Ένα χάδι έψαχνα να ζεστάνει την παγωμένη μου καρδούλα·
να νοιώσω τη θαλπωρή της μεγάλης οικογένειας.
Κοιτώ αριστερά, δεξιά.
Αγναντεύω τον σκούρο ουρανό.
Βοή βοώντος εν τη ερήμω!
Οδεύοντας στο πουθενά σε ποιο δρόμο θα με βγάλεις, απελπισία;






















