Η Αλήθεια καθόταν στον πυθμένα του πηγαδιού, σκεπασμένη με το παγωμένο πέπλο της λήθης. Οι άνθρωποι από πάνω πετούσαν πέτρες και ψέματα, κλείνοντας το στόμιο με βαριά σκοτάδια.
Ξαφνικά, ένας χρυσός σπινθήρας έσκισε το σκοτάδι. Ήταν ο Ερμής, που με τα φτερωτά του πέδιλα κατέβηκε σαν αστραπή στο βάθος. Δεν την άρπαξε με τη βία· της πρόσφερε το κηρύκειό του. «Ο κόσμος μπερδεύτηκε στις λέξεις του», της ψιθύρισε.
«Χρειάζονται το φως σου για να βρουν τον δρόμο».
Καθώς ανέβαιναν, η Αθηνά στεκόταν στο χείλος του πηγαδιού, αγέρωχη με την περικεφαλαία της να λάμπει στον ήλιο. Οι εχθροί της Αλήθειας είχαν συγκεντρωθεί γύρω, έτοιμοι να τη σπρώξουν πάλι πίσω. Τότε, η θεά ύψωσε το στιβαρό της δόρυ και το κάρφωσε με δύναμη στο χώμα. Η γη σείστηκε και το ψέμα τυφλώθηκε από τη λάμψη του χαλκού.
«Η σοφία χωρίς την αλήθεια είναι δόλος», βρόντηξε η φωνή της.
Με τη βοήθεια του Ερμή που της έδωσε φωνή και της Αθηνάς που της χάρισε ασπίδα, η Αλήθεια βγήκε στο φως. Δεν ήταν πια γυμνή και φοβισμένη, αλλά οπλισμένη με τη λογική της θεάς και την ευστροφία του θεού, έτοιμη να κυβερνήσει τις καρδιές των ανθρώπων.
photo Greek Radio FL
















































