Η σιωπή του χιονιού
Γεννά μια πινελιά χρωματιστή
Ψίθυρο απαλό
Που πιάνει
Το μονοπάτι της ζωής
Να ιχνογραφεί.
Άλλοτε μόνη
Άλλοτε ζευγαρωτή
Άλλοτε με παρέα εκλεκτή
Σε δρόμους στενούς ή πλατείς
Από καιρό σε καιρό
Κι εποχή σε εποχή.
Σε τόπους κάθε λογής
Γίνεται οδοιπόρος
Εξερευνητής
Και παρατηρητής.
Σκάλες ανεβαίνει
Κατεβαίνει
Απότομες και σπειροειδείς
Που οδηγούν
Σε κρύπτες
Με τοιχογραφίες
Πρόσωπα-ερωτηματικά.
Και σε κλίμακες μνημείων
Απόκρημνες
Με αύρα μυστηριακή
Που γητεύουν τη ματιά
Να ψηλαφεί
Του θόλου τα μύχια
Σφαιρικά
Για την νέα περιπλάνηση
Στην αλλαγή εποχής:
Από ’δώ ή από ’κεί;
Σε μια γουλιά κρασί
Αναζητά χρησμό
Προτού κεράσει
Σε βήμα και βλέμμα
Ελιξήριο ζωτικό
Που φιλιώνει
Όραμα και κορμί
Με μια βουτιά
Στου ονείρου τον βυθό.
Και σαν σκιά
Ξεκινά
Γέφυρες να διαβεί
Κατά μήκος και πλάτος
Ποταμών
Δαχτυλίδι στη Γη.
Κι ύστερα με ρυθμό ταχύ
Και φανοστάτη για οδηγό
Στου λόφου το χείλος να σταθεί
Και να δει
Στο γιόμα
Και στη χάση του αστεριού
Κόλπους, απλωσιές και κορφοβούνια
Στήθη όλο φωτιά
Στέγες και καμπαναριά.
Ώσπου να πιαστεί
Στην άκρη τ’ ουρανού
Και να γλιστρήσει από
Πύλη ανοιχτή
Προς άλλη εποχή
Με χρωματιστό χαλί.
Σε τόπους προγόνων
Και τάφους πατέρων
Ν’ αφήσει και να πάρει ευχή
Για δρόμο καλό, τυχερό,
Πριν από Πύλη ξανά
Γλιστρήσει και βγει.
Τη θάλασσα λαχταρά
Τώρα
Να δει
Με μύρια πέπλα θαλασσιά
Κοινωνία μαγική
Πριν σαν σκιά
Πιάσει πάλι να γυρνοβολά
Στης πόλης τα στενά.
Και κρατά
Στον δίσκο της μνήμης
Για τελευταία καρέ εικόνες
Με χορευτές-πουλιά
που αψηφούν θάνατο και βαρύτητα.
Κι αμέσως μετά
Ήσυχα όπως ήρθε
Πινελιά χρωματιστή
Στου χιονιού
Τη σιωπή
Έτσι θα χαθεί.






















