Μικρές στιγμές συνάντησης μπορούν να ανάψουν το φως στην καρδιά μας.!!
Η στάση του λεωφορείου μύριζε βρεγμένο τσιμέντο και πρωινή βιασύνη.
Η Άννα κοίταξε το ρολόι της ανήσυχα. 08:17. Πάλι θα αργούσε.
Στο ένα χέρι κρατούσε καφέ, στο άλλο το κινητό. Μηνύματα από τη δουλειά, όλα επείγοντα. Η μέρα δεν είχε ξεκινήσει ακόμα κι όμως ένιωθε ήδη κουρασμένη.
Ένας ξαφνικός αέρας άνοιξε την τσάντα της. Χαρτιά σκορπίστηκαν στο πεζοδρόμιο.
«Ωχ…»
Έσκυψε βιαστικά, αλλά κάποιος την πρόλαβε.
Αντρικά χέρια μάζευαν προσεκτικά τις σελίδες.
«Νομίζω είναι δικά σας», είπε.
Σήκωσε το βλέμμα. Ήρεμο πρόσωπο, γκρίζα μαλλιά, μάτια ζεστά. Από εκείνους τους ανθρώπους που δεν κάνουν θόρυβο, αλλά σου εμπνέουν εμπιστοσύνη από την πρώτη στιγμή.
«Ευχαριστώ πολύ.»
Χαμογέλασε. «Συμβαίνει πάντα όταν βιαζόμαστε. Σαν να μας δοκιμάζει η ζωή.»
Γέλασε κι εκείνη. Δεν ήξερε γιατί, αλλά η φωνή του την καθησύχασε.
Το λεωφορείο ήρθε γεμάτο. Στριμώχτηκαν δίπλα-δίπλα, κρατώντας την ίδια χειρολαβή. Σε κάθε φρενάρισμα οι ώμοι τους ακουμπούσαν ελαφρά. Παράξενα, δεν την ενόχλησε.
«Κέντρο;» τη ρώτησε.
«Ναι. Δουλειά.»
«Κι εγώ. Κάθε μέρα ίδια ώρα. Δεν σας έχω ξαναδεί.»
«Συνήθως τρέχω. Δεν παρατηρώ τίποτα.»
Την κοίταξε χαμογελώντας. «Κρίμα. Χάνονται ωραία πράγματα έτσι.»
Η φράση έμεινε μαζί της όλη μέρα.
Τον ξαναείδε την επόμενη. Και τη μεθεπόμενη.
Στην ίδια στάση. Σχεδόν στο ίδιο σημείο.
Στην αρχή μόνο «καλημέρα». Μετά μικρές κουβέντες. Για τον καιρό, για την πόλη, για τη δουλειά.
Τον έλεγαν Μάρκο. Ήταν αρχιτέκτονας. Μιλούσε για τα κτίρια σαν να ήταν ζωντανοί οργανισμοί.
«Τα σπίτια κρατάνε μνήμες», της είπε μια φορά. «Αν ακούσεις προσεκτικά, σχεδόν μιλάνε.»
Δεν κατάλαβε πώς, αλλά άρχισε να του μιλά για τον εαυτό της. Για το μικρό της διαμέρισμα, για τα φυτά που όλο ξεραίνονταν, για τις ήσυχες Κυριακές που την έκαναν να νιώθει μόνη.
Δεν συνήθιζε να ανοίγεται.
Μα μαζί του οι λέξεις έβγαιναν εύκολα.
Σαν να τον ήξερε χρόνια.
Ένα πρωί έβρεχε δυνατά. Στάθηκαν κάτω από το υπόστεγο της στάσης του λεωφορείου, πολύ κοντά.
«Ξέρετε τι σκέφτομαι;» είπε. «Αν δεν σας έπεφταν εκείνα τα χαρτιά, ίσως να μην είχαμε μιλήσει ποτέ.»
Χαμογέλασε. «Μάλλον χρωστάω στον αέρα.»
Δίστασε λίγο.
«Θα πίνατε έναν καφέ ένα απόγευμα; Όχι βιαστικά. Κανονικά.»
Η καρδιά της χτύπησε δυνατότερα. Δεν ήταν πια στην ηλικία των παρορμήσεων. Κι όμως, ένιωσε μια μικρή ζεστασιά να απλώνεται μέσα της.
«Θα ήθελα», είπε.
Ο καφές έγινε περίπατος.
Ο περίπατος έγινε συνήθεια.
Μιλούσαν για τα παιδικά τους χρόνια, για χαζά αστεία, για όνειρα που άφησαν στη μέση. Μοιράζονταν σιωπές χωρίς αμηχανία.
Μια Κυριακή φύτεψαν βασιλικό στο μπαλκόνι της.
Τα χέρια τους γέμισαν χώμα και γέλια.
Κάποια στιγμή της έπιασε το χέρι. Απαλά, σχεδόν διστακτικά.
Δεν το τράβηξε.
Κι αυτή η μικρή κίνηση έμοιαζε πιο δυνατή από κάθε εξομολόγηση.
Η ζωή δεν άλλαξε θεαματικά.
Η δουλειά παρέμενε κουραστική. Το λεωφορείο αργούσε. Η πόλη είχε θόρυβο.
Μόνο που τώρα, κάθε πρωί, ο Μάρκος την περίμενε στη στάση με δύο καφέδες.
Και ένα «καλημέρα» που της έφτιαχνε όλη τη μέρα.
Κι αυτό, χωρίς να το καταλάβει, έκανε τα πάντα πιο ελαφριά.
Ένα βράδυ τη συνόδευσε μέχρι την πόρτα της.
Η πόλη ήταν φωτισμένη, ήσυχη.
«Ξέρεις κάτι;» της είπε. «Νόμιζα πως οι μεγάλες αγάπες έρχονται σαν καταιγίδα. Τελικά έρχονται πιο ήσυχα. Σαν να σου λέει κάποιος “είμαι εδώ”.»
Ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του.
Και για λίγο δεν χρειάστηκε τίποτα άλλο.
Αργότερα, ξαπλωμένη στο σκοτάδι, θυμήθηκε εκείνο το πρωινό με τα χαρτιά που έπεσαν στον δρόμο.
Πόσο μικρό, πόσο ασήμαντο της είχε φανεί.
Κι όμως, από εκεί είχε ξεκινήσει κάτι καινούργιο.
Χαμογέλασε.
Ίσως, σκέφτηκε, η αγάπη να μην είναι τα μεγάλα λόγια.
Ίσως να είναι απλώς κάποιος να σε περιμένει σε μια στάση λεωφορείου, κρατώντας δύο καφέδες και λίγο χώρο για σένα μέσα στη μέρα του.
Και τότε, μέσα της, σαν να άναψε ένα μικρό φως.
Και δεν ήθελε πια να σβήσει.!
photo StockSnap, https://pixabay.com
















































