Τώρα που κύμα σκοτεινό στα χείλη σου ξυπνάει
κι είναι μια πύρινη πληγή η θάλασσα στη δύση
καημός παλιός που βλέφαρα της ερημιάς φυσάει
κι όνειρο που τ’ αράγιστο φτερό έχει ραγίσει
Τώρα που δίχτυ νερινο σκιάζει τον καθρέφτη
στις αμμουδιές των ορισμών πουλιά αιμορραγούνε
άγρια σιωπή θανατερή στα καλντερίμια πέφτει
ασπρίζουνε στις εκδοχές οι πλώρες και ριγούνε
Τώρα που κέρινες ακτές ο ουρανός σταλάζει
κι άνεμος φθινοπωρινός τη ρότα σου βαραίνει
που μια καμπάνα πένθιμη τη θύμηση χαράζει
και η νύχτα το παράπονο υφαίνει κι όλο υφαίνει
Τώρα που θρύψαλα έγειρε η πρωτινή γαλήνη
κι ο χρόνος ασχημάτιστος θολά κομμάτια ενώνει
που μια κραυγή σαν φύλλωμα τα βήματα τυλίγει
και δάκρυ δάκρυ τον καιρό μ’ αλμύρα σαβανώνει
Τώρα που η μοίρα ζήλεψε μια πιο νεκρή αυλή
και βύθισε το πέλαγος στο πορφυρό της σώμα
κράτα σφιχτά το χέρι μου και πάμε απ’ την αρχή
σ’ ένα τραγούδι μακρινό που στάζει φως ακόμα.
photo michasager / https://pixabay.com

















































