Μια σιωπή συμπιεσμένη
εξερράγη βροντερά.
Σπάει αλυσοδεμένες πύλες
κι ανοίγει τα φτερά.
Φλέγεται το κατεστημένο
σαν αχυρένια θημωνιά.
Λάβα κύλησε στις φλέβες.
Πήρα μαζί μου τις πληγές
του ευλογημένου τόπου.
Και τα κλειδιά τα κρέμασα
στου δειλινού το δάκρυ.
Τα χείλη μου τρεμάμενα
φιλήσανε τον καημό σου.
Χάιδεψα τον ουρανό
με τη στερνή ματιά μου.
Δυο βλέφαρα ανάστατα
γίναν φτερά της νύχτας.
Θίασο μας παίζει η ζωή,
σ’ αφίξεις προσδοκίας.
Σε σταυροδρόμια άγνωστα
καλλιέργησα ελπίδα.
Και πίστεψα πως κάποτε
θα θέριζα τη σοδειά μου.
Μα έσπευσαν ολισθηροί καιροί
κι άδραξαν την καρδιά μου.
Κι αν με ρωτάτε… αν γιάτρεψα
την ανοιχτή πληγή μου…
καημό αντί ροδόσταμο,
σε πότισα ζωή μου!
Ντίνα Μήλου

















































