Αίμα στο αίμα ταξιδεύουν όλοι οι δρόμοι
στάζουν θάλασσα
Η μνήμη είναι απόδειξη και αντήχηση γαμα τα
Από τη Συρια και το Ιράκ …
Ξένοι στην αίσθηση της επανάληψης ξένοι στη μοίρα που μας αναλογει..
Η Απάθεια το μόνο μεγαλειο!
Ανάμεσα στον αντίχειρα και τον δεικτη αστραφτει η κατολίσθηση της Ιστορίας
Άκου άκου τη Μπόρα που σφίγγει τους κροτάφους. Οι νεκροί είναι κατώφλια είναι σπάργανα, τα χλωμά φύλλα λούζονται στα δειλινά, το αίμα κρύβει χίλιους δρόμους και κανένα, η δυστυχία είναι βάρκα ταγμένη στην ξέρα και φυσικά η συμπόνια δεν είναι ομπρέλα. Μέσα, μέσα!
Άκου άκου Μουσική σκεπασμένη τριαντάφυλλα. Είναι η Ουτοπία που σφυρίζει, η Αβεβαιότητα είναι νότα, είναι εργαλείο που σφαλίζει τα παράθυρα και εντοιχίζει την Ελπίδα, ξεκίνα ξεκίνα να σιωπάς πάνω απ’ την περηφάνεια, δίχως γλώσσα γεννιέται η Αδικία, η Άλγεβρα ο σκοτεινός ορίζοντας, χείλη βαμμένα με σπαθιά στους σκοτεινούς καθρέφτες, η Δικαιοσύνη μάλιστα, Αυθεντία στις αγχόνες.
Αυγή στα χείλη ξενιτιά
Άκου άκου μουσική. Θύελλα απάτητη στο Χώμα των Ανθρώπων. Άσε την παλίρροια να ανεβαίνει, άσε το φως να κοιμάται στα χαμόκλαδα που μόλις το κατάπιαν. Σώπα σώπα. Χρόνος επαίτης που καιροφυλακτεί, Γη και ουρανός κάτω απ’ το βάρος των καντηλιών, η βία ως ψυχομετρικό εργαλείο, αντίκρυ σ’ έναν ήλιο καταφύγιο ζητιάνων και η λογική περίπτερο να αγοράσεις τα σκοτάδια Μέσα μέσα.
Η βία και η Ελεημοσύνη τα αστραφτερά παιχνίδια των αγορών.
Στα ψυχιατρεία κατουράνε λάβαρα
στα νεκροτομεία ταριχευουν γιούς
δρόμοι του μελλοντος για την οικονομία
ΠΕΝΘΗ στη ΛΑΔΟΚΟΛΑ
Που πας χρυσό μου με το αντηλιακό
Άκου άκου την Μπόρα που πάντα ξαναρχίζει. Δεν είναι πια εικόνα είναι καπνός, δεν είναι ομιλία είναι στρόβιλος και διαμελισμός, το φως για ένα αποτσίγαρο, ήχος καμπάνας που γλιστράει σαν σκορπιός και ανοίγει σαν βεντάλια, δεν είναι πια εικόνα όχι, είναι φωτιά και φλόγες αδηφάγες, φίδια και μνήματα παλιά με τη ΔΙΠΛΗ ποδιά του χασάπη, η Παράνοια με Απλωμένους Ουρανούς.
Νύχια που θήλασαν φτερά από παλιά ερμάρια και νομίσματα
Δεν είναι πια εικόνα όχι, αυτό το ανήμερο νερό δεν είναι η θάλασσα, αφρός η μοίρα του Ανθρώπου, δεν είναι η θάλασσα, είναι σιγή και παραμίλημα αίμα ζεστό και απορία, είναι Όχλος μάρμαρο της λήθης που ξερνάει τη θάλασσα, είναι φύσημα μέσα απ’ τη ντουλάπα, μέσα απ’ το βλέμμα που σέρνει τις κατολισθήσεις
Το γάλα που αρπάζει σαν ξερόκλαδο, η μάνα των Γκρεμών η Απληστία
Άκου άκου μουσική θύελλα απάτητη σ’ έναν ουρανό λουστρίνι. Κούρνιασε εδώ στο κρεβάτι της Πόρνης στη σκοτεινή γωνιά της Ειρήνης, κάτω απ’ την άφατη ρωγμή των νέων ρηγμάτων, κομματιασμένη γη μνήμη και χίμαιρα και πετρωμένη αυγή, δεν είναι πια εικόνα όχι, με κλάμα σιγανό το αίμα φτερουγίζει, ένας ουρανός από αγχόνες στο βλέμμα ενός τρένου που γκρεμίζεται, φυλλώματα καινούργιου κόσμου όπως καμία νύχτα δεν τον ονειρεύτηκε, καινούργιου κόσμου με οπλές φωτισμένου με φεγγίτες, από παλιά σεντούκια και κλειδιά με χέρια παφλασμούς και μάτια φαγωμένα, όπως καμία νύχτα στις εικόνες και στη θάλασσα.
Με κλάμα σιγανό το αίμα φτερουγίζει.
Έχει έχει χωρισει ο ορίζοντας στα δυο
Από την άλλη πλευρά η εμπειρία ανεμου θρόισμα έχει ηττηθεί από τις λεξεις
Με τα παιδιά καμένα στο κατώφλι μου και τις πλεξουδες τους σπουργίτια στο ακρογιάλι
Κανείς δεν μπορεί να είναι τόσο δειλός
Η λησμονιά που κατοικεί στα δάχτυλα ενέδρα
Η Πολιτική ως τραπουλόχαρτο ευνουχιζει και ευνουχιζεται
πλαστογραφει και πλαστογραφειται
Ακου Ακου τη μπόρα που σφιγγει τους κροταφους
Στις κορυφογραμμές εδρευει η ήττα
Ακου τη μπόρα από τη σαρκα νικητών και ηττημένων
και στους ναους ο σκοτεινος προθάλαμος
Αν εκδιωχθεις από τη γλώσσα μπορεί και να κερδίσεις το υλικό της
χρειάζεται χρόνος για να μη πιστευεις πια τίποτα
Η οποια βεβαιότητα
Κοιτα το κύμα της αυγης ξεβράζει πτώματα
Κοιτα τον εναστρο ουρανό βρέχει ποντίκια .