Στίς μέρες τῶν ἐρώτων
τοῦ νόστου ὁ ἔρωτας κάποτε
μᾶς ἀρρώστησε
(παροξυσμός μιᾶς νοσταλγίας πρωτόγνωρης
γιά τήν πατρίδα μέ τίς ἄκοπες, ἀλώβητες μηλιές).
Ὅμως δέν ξέραμε τί πά νά πεῖ ἀγάπη
καί κάθε δείλι ὀνειρευόμασταν
κάτω ἀπό διάφανο οὐρανό μέ λίγα ξέφτια ἀπελπισίας
νήπιοι καί μωροί
παραδομένοι στήν ποδιά εὐφρόσυνης ὀδύνης.
Ὅταν ὁ χρόνος ράγισε
καί σχηματίστηκαν τά πρόσωπά μας
πρισματικά, χωρίς μορφή
ἦταν ἀργά νά μάθουμε ζωή
τί πάει νά πεῖ.
Περιδινόμενοι μέσα σ’ αὐτά πού μᾶς ξεκλήρισαν
σκορπίσαμε
σάν τά παιδιά τῶν πεθαμένων πιά γονιῶν
πού δέν μποροῦν
νά μοιραστοῦνε τήν κληρονομιά
κι ἀδίκως χαραμίζουνε τό κληροδότημα.
photo by stas336, https://pixabay.com















































