Δρόμους πήραμε, δρόμους ἀφήσαμε…
Περπατήσαμε στό δάσος
φορώντας τά κόκκινα σκουφιά μας ὥς τ’ αὐτιά
ἀναπαυμένοι στή μυστική συμφωνία τῶν πουλιῶν
γιά ἕνα κομμάτι οὐρανό, σ’ ἕνα διάνυσμα ριπή
ἐλευθερίας
ἤ ἀκόμη καί στήν ὑπομονή τῶν δένδρων
ὅταν κυοφοροῦν τά μυστικά μας στή σιωπή.
Δέν κοιταχτήκαμε στά μάτια, λοιπόν.
Δουλέψαμε ἐντατικά εἶν’ἀλήθεια.
Τυφλοί, κουφοί κι αὐτάρκεις
μαζέψαμε λουλούδια.
Στό διάβα μας δέν μᾶς ἀπάντησε κανένας κυνηγός
(ἄστοχη, φαίνεται, ἐποχή σ’ ἄστοχα χέρια
ποιός προστατεύει πιά ἀνυποψίαστους στά δάση;)
Ὁ χρόνος μοναχά, πιστό σκυλί,
μᾶς πῆρε τό κατόπι
δίχως ἀφέντη τάχα
καί σάν ἐμεῖς νά κάναμε τούς κυνηγούς.
Μά ὅπως σέ κάθε παραμύθι
ὑπάρχει ἡ στιγμή τῆς δολιότητας
κι ἄν ἔχει πρόσωπο, ἔχει φωνή
ξάφνου ἐμφανίστηκε μπροστά μας
μέ στόμα λύκου, σαρκαστικός:
Πέθανε, μᾶς εἶπε. Ἔτσι, χωρίς αἰδώ.
Γιαγιά δέν ὑπάρχει πιά ἐδῶ.
Τώρα, ποιοί ἔζησαν καλά καί ποιοί καλύτερα…
photo by kinkate, https://pixabay.com















































