Με σκουριασμένο το κλειδί,
Την πόρτα ανοίγω και θρηνεί.
Κατεβαίνω σκαλοπάτια,
Έγινε η καρδιά κομμάτια!
Κοιτάω τριγύρω την αυλή,
Όλα μια ανοιχτή πληγή.
Τοίχοι μάντρες γκρεμισμένες
Γωνίες μαύρες μουχλιασμένες!
Μπαίνω μες στην αποθήκη,
Βλέπω ραδιόφωνο και μπρίκι
Και σίδερο με κάρβουνο,
Ζωή μου σαν παράπονο.
Στη γωνιά λάμπα με γκάζι
Της ζωής μας το μαράζι
Στο καπνισμένο της γυαλί
Το φως ζητούσε η ζωή.
Πώς γλεντούσαν τα σκοτάδια,
Στης ζωής μας τα λιβάδια.
Θύελλες, βαρυχειμωνιές
Πώς άντεχαν τάχα οι καρδιές;
Και η πλακόστρωτη αυλή,
Με είχε χάσει από παιδί.
Τις καλοκαιρινές νύχτες
Δραπέτευα στους κομήτες!
photo makamuki0, https://pixabay.com
















































