Σε στάση εμβρύου στο σύμπαν ταξίδευα,
ρουφώντας τη θλίψη του κόσμου.
Η Αγία Τράπεζα περιπλανώμενη κι αυτή,
πέριξ της Γης,
υπεράνω αυτής,
ακόμη στην έλξη της προσδεδεμένη.
Την παρακολουθούσα·
η Μάνα στη θέση του Χριστού,
να μοιράζει οίνον, άρτον και καρπούς,
στη θέση των μαθητών
αδέλφια και ανίψια που έθρεψε και ανέθρεψε.
Κοιτούσα τους εκ δεξιών της,
Πελαγία, Κλεομένη και Φαίδωνα·
χαμηλωμένα βλέμματα, ωχρές όψεις,
συναισθήματα σε αναστολή.
Βάλθηκα πλούσια με μύρα τη θλίψη να ευωδιάζω
χάριν της Μάνας και του εξ ευωνύμων της, Μιχαήλ πρωτίστως,
δευτερευόντως των υπολοίπων αδελφών της.
«Τι χρειάζεται η αγάπη;», τη ρώτησα
κι ήταν σφάχτης σαν το φιλί της προδοσίας.
«Κι εγώ, πώς χωρίς αυτήν;», απάντησε, αναπηδώντας
κι έτοιμη για την παράδοσή της
στους μη κατανοούντες.
Ήταν ημέρα Μαγιού και σταύρωσης
κι εγώ αδυνατούσα να ξεφύγω από τη στάση εμβρύου.
photo naturfreund_pics, https://pixabay.com
















































