Μερικές γνωριμίες ξεκινούν τόσο απλά, που δεν τους δίνεις σημασία.
Ένα όμορφο Σαββατόβραδο, σε ένα τραπέζι φίλων, από αυτά που μαζεύονται αυθόρμητα. Κάποιος φέρνει κάποιον άλλον, οι καρέκλες δεν φτάνουν, τα αστεία και τα γέλια αντηχούν και δημιουργούν μια όμορφη, χαρούμενη ατμόσφαιρα.
«Να σου γνωρίσω τον Άγγελο », της είπε η φίλη της. Η Νεφέλη χαμογέλασε ευγενικά. Μια τυπική χειραψία, ένα «χάρηκα». Τίποτα το ιδιαίτερο κι όμως, από εκείνα τα «τίποτα» που τελικά μένουν. Κάθισαν δίπλα δίπλα τυχαία. Μίλησαν εύκολα, χωρίς προσπάθεια. Για δουλειές που τους κούραζαν, για ταινίες, για ταξίδια που ήθελαν να κάνουν «κάποια στιγμή». Γέλασαν με τα ίδια αστεία, και αναπτύχθηκε μεταξύ τους μια γλυκιά οικειότητα. Σαν να γνωρίζονταν από παλιά.
Τις επόμενες εβδομάδες συναντιόντουσαν συχνά. Ένας καφές μετά από τις καθημερινές υποχρεώσεις τους, μια βόλτα στο κέντρο, ένα μήνυμα αργά το βράδυ «έφτασες σπίτι;». Μικρά, καθημερινά πράγματα που χωρίς να το καταλάβουν έγιναν συνήθεια.
Ώσπου κάποια μέρα άλλαξε η ζωή τους.Εκείνος έμεινε στην πόλη. Εκείνη τελείωσε τις σπουδές της και βρήκε δουλειά σε άλλη πόλη. «Θα τα λέμε», υποσχέθηκαν. Το πίστευαν.
Στην αρχή μιλούσαν συχνά. Μετά πιο αραιά. Ώσπου οι μέρες έγιναν μήνες και οι μήνες χρόνια.
Δεν μάλωσαν ποτέ. Απλώς απομακρύνθηκαν.
Κάποιες φορές, όμως, η Νεφέλη τον θυμόταν χωρίς λόγο. Όταν άκουγε ένα τραγούδι που είχαν μοιραστεί. Αναρωτιόταν τι να κάνει, αν είναι καλά.Σαν να είχε μείνει μια μικρή εκκρεμότητα.
Χρόνια μετά, η ίδια παρέα κανονίζει ξανά συνάντηση. «Θα έρθει κι ο Άγγελος», της λένε.Χαμογέλασε αμήχανα, σαν να άκουγε ένα όνομα από άλλη εποχή.
Κι όμως, όταν άνοιξε η πόρτα και τον είδε, τον αναγνώρισε αμέσως.Όχι γιατί δεν είχε αλλάξει. Αλλά γιατί κάποια πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ.Κάθισαν πάλι δίπλα δίπλα, σχεδόν φυσικά. Η κουβέντα βρήκε τον ρυθμό της από την πρώτη στιγμή. Μίλησαν για όσα πέρασαν, για τις δυσκολίες, για τα σχέδια που δεν βγήκαν όπως τα περίμεναν. Με μια ηρεμία που έρχεται μόνο όταν έχεις μεγαλώσει.Δεν υπήρχαν μεγάλες δηλώσεις.Μόνο εκείνη η γνώριμη αίσθηση ότι βρίσκεσαι στο σωστό μέρος.Στο τέλος της βραδιάς περπάτησαν μαζί μέχρι το μετρό, όπως παλιά.
Και η Νεφέλη σκέφτηκε πως ίσως η αγάπη να μην είναι πάντα θέμα σωστού χρόνου. Ίσως να είναι θέμα σωστών ανθρώπων.
Γιατί, αν είναι να συναντηθείτε, όσους δρόμους κι αν πάρετε χωριστά, κάπου θα ξαναβρεθείτε.Σχεδόν ήσυχα.
Σαν να σε φέρνει εκεί το ίδιο το σύμπαν, χωρίς θόρυβο, χωρίς εξηγήσεις.Απλώς γιατί έτσι έπρεπε.
Και τότε κατάλαβε κάτι που δεν γράφεται εύκολα με λόγια: πως η αληθινή αγάπη δεν φωνάζει, δεν υπόσχεται, δεν διεκδικεί με πάθος. Μένει. Περιμένει. Αντέχει τον χρόνο, τις αποστάσεις και τις σιωπές. Κι όταν οι άνθρωποι είναι φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον, η ζωή θα βρει τρόπο να τους ξαναφέρει κοντά, πιο ώριμους, πιο τρυφερούς, έτοιμους να κρατηθούν αυτή τη φορά λίγο πιο σφιχτά.
Γιατί στο τέλος, δεν ψάχνουμε κάποιον τέλειο, ψάχνουμε εκείνον που μας κάνει να νιώθουμε σπίτι.
photo AdinaVoicu, https://pixabay.com
















































