(Συνέχεια)
Γ ΚΥΚΛΟΣ:
Η νύχτα είχε προχωρήσει αρκετά, τα σύννεφα
είχαν κάνει την εμφάνιση τους στον ουρανό,
το φεγγάρι είχε κρυφτεί και μια δυνατή βροχή
έπεφτε παντού.
Αποφάσισαν να πάνε στο σπίτι που τους
παραχώρησε η καλή Μάγισσα, τώρα που ήταν
ακόμη νύχτα και δεν θα τους έβλεπε κανείς.
Έφυγαν σιγά-σιγά από το σπίτι του βοσκού και
μπήκαν μες το δάσος, προχώρησαν τρέχοντας και
σε λίγη ώρα είχαν φτάσει μπροστά σ ένα
πελώριο πύργο που ήταν σ ένα ξέφωτο μες το
δάσος!
Πρέπει να ήταν μαγεμένος γιατί πρώτη φορά
τον έβλεπαν.
Προχώρησαν μπροστά σε μια τεράστια
σιδερένια πόρτα που μόλις την πλησίασαν
άνοιξε από μόνη της και εμφανίστηκε μπροστά
τους
ένας νεαρός καλογυμνασμένος,που δεν πρέπει να
ήταν πάνω από είκοσι-πέντε ετών.
τους καλωσόρισε και τους είπε να περάσουν,
μπήκαν μέσα σε ένα τεράστιο σαλόνι γεμάτο
πίνακες και αγάλματα.
Ξαφνικά από το πουθενά παρουσιάστηκε
μπροστά τους μια μεγάλη κάτασπρη γάτα.
Τρόμαξαν και γρύλισαν οι φίλοι μας,
Μα η γάτα αμέσως μεταμορφώθηκε σε μια
πανέμορφη κοπέλα και όλοι ηρέμησαν,
τους είπε πως την έλεγαν Μάρθα και ότι ήθελαν
θα φώναζαν τ όνομα της και αυτή θα ερχόταν
αμέσως.
είπε να την ακολουθήσουν για να τους πάει στα
δωμάτια τους.
Ανέβηκαν μια ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στις
κρεβατοκάμαρες και είχε μια χρυσή κουπαστή,
μπήκαν στα δωμάτια τους μα ήταν τόσο
κουρασμένοι
και οι τρεις που αμέσως κοιμήθηκαν.
ασφαλώς ήταν η πρώτη φορά που κοιμόντουσαν
σε κρεβάτι.
Τους ξύπνησε το κελάηδισμα των πουλιών,
μα με το που άνοιξαν τα μάτια τους ένιωσαν την
αλλαγή
είχαν μεταμορφωθεί και τα τρία σκυλιά
σε τρεις πανέμορφους νεαρούς.
Έτρεχαν γύρω-γύρω στο δωμάτιο από χαρά
κάνοντας
τις ίδιες κινήσεις κι ας ήταν σε τρία διαφορετικά
δωμάτια.
Ξαφνικά χτύπησε η πόρτα τους και άκουσαν τη
Μάρθα
να τους λέει να πάρουν ρούχα από την ντουλάπα
τους
να ντυθούν και να κατέβουν στην τραπεζαρία για
πρωινό.
Άνοιξαν τις ντουλάπες τους και είδαν ότι ήταν
γεμάτες με ρούχα,προσπάθησαν να βρουν πως
φοριέται
το κάθε ρούχο,θυμήθηκαν τον Βοσκό τι φόραγε
και αποφάσισαν τα δυο αγόρια να τον μιμηθούν,
κατάλαβαν ότι αυτό που είχε δυο μακρύς σωλήνες
δεν ήταν για τα χέρια αλλά για τα πόδια, και πως
τη μακρυά δερμάτινη λωρίδα τη ζώνη
δεν τη δένουν στο λαιμό αλλά στη μέση.
Η Λίζα που είχε δει τη Μάρθα να φοράει εκείνο
το άσπρο ρούχο έψαξε και βρήκε κάτι παρόμοιο
μόνο
που είχε Κόκκινο χρώμα.
πως έγινε και βγήκαν και οι τρεις μαζί στο
διάδρομο,
ο Τζων κοίταγε τον Τιμ και οι δυο μαζί κοιτούσαν
τη Λίζα που έλαμπε μέσα στο μακρύ κόκκινο της
φόρεμα..
Κάποια στιγμή αποφάσισαν να ρωτήσουν πως
χάθηκε
η ουρά τους μα αντί να ακουστεί γρύλισμα από το
στόμα τους
μίλαγαν όλοι τη γλώσσα των ανθρώπων,
ξαφνιάστηκαν όλοι όταν είδαν ότι είχαν
ανθρώπινη φωνή γέλασαν και ο Τζων είπε,
τέλειους μας έκανε η Ερασμία.
Κατέβηκαν τη σκάλα και βρέθηκαν στο σαλόνι,
εκεί τους καλημέρισαν ο Νικ και η Μάρθα
και πέρασαν όλοι μαζί στην Τραπεζαρία που
ήταν το πρωινό τους ετοίμασαν το τραπέζι
κι ενώ περίμεναν Κρέας,
η έστω ξηρά τροφή,είδαν κούπες με γάλα,
φρυγανιές με βούτυρο και μέλι,αυγά τηγανιτά
με μπέικον και πορτοκαλάδες.
Τους κοίταξε η Μάρθα και τους είπε,
τώρα είστε άνθρωποι και θα τρώτε όπως αυτοί,
-και είπε στον Τιμ,Τιμ δεν χώνουμε
τη μούρη μας στο πιάτο, πιάνουμε στο χέρι
το πιρούνι και τρώμε μ αυτό.
Και εσύ Λίζα το χυμό από πορτοκάλι δεν
το γλείφουμε με τη γλώσσα αλλά φέρνουμε
το ποτήρι στα χείλη μας και το πίνουμε.
Ευτυχώς προσαρμόστηκαν γρήγορα
και τα έφαγαν όλα γιατί πεινούσαν πολύ.
Μετά τους πήρε η Μάρθα και τους έβγαλε
στον κήπο.
Βγήκαν έξω ήταν η πρώτη τους φορά που
θα απολάμβαναν τον ήλιο σαν άνθρωποι.
Μετά από μία ώρα τους ανέβασε η Μάρθα
σ ένα Τζιπ για να πάνε για ψώνια στην Πόλη.
(Συνεχίζεται)
photo Nick115, https://pixabay.com

















































