Στην αρχή του είπε ο άνεμος: εδώ θα σε σπείρω
να κρατάς τους καιρούς από το αειθαλές σου
μην χάσουν την πυξίδα τους.
Μετά, ήρθαν της ιστορίας οι ξυλοκόποι:
κατακτητές κι ανίδεοι, και νικητές και ξένοι
Έβγαλε φρούτα από καημό το αίμα να μοιράσει ισόποσα
στην Εύα στον Αδάμ και στο Φίδι
μα πάνω απ’ όλα στα πλάσματα που χτίσαμε τον κήπο
της Εδέμ δίχως να τους δοθεί όνομα κανένα,
κλεμμένα μόνιμα εκ θεού,
σταυρωμένα μόνιμα εκ του ανθρώπου.
Μετά σιωπή για χρόνια καθώς το υλοτομούσαν.
Ανακατεύτηκαν καιροί, ξέρασαν το φως και το σκοτάδι
Κι αυτό εκεί μονάχο του να κρατά τον Άτλαντα στα σωθικά του.
Ώσπου, ακίνητο, είδε το τσιμέντο υγρό να το πλησιάζει.
Ανασαλεύτηκε, σήκωσε τα μανίκια,
εδώ ήταν οι πύλες της θέρμης του
καθώς γενοκτονία πλησίαζε κι αυτό και τα παιδιά του.
Μετά πάλι σιωπή, λιμός κι αρρώστια,
κι ένα μέρος στην έρημο κάτω από τα κλαδιά του
να δικαιωθεί, να ξεκουράσει.
και πάνω απ’ όλα να θυμίσει.
Θεώρησαν πως πέθανε,
Μα αυτό κάτω από το πλακόστρωτο
κράταγε την πόλη στα κλαδιά του.
Το ποίημα γράφτηκε για τη ΔΕΘ Μητροπολιτικό Πάρκο
photo Bessi, https://pixabay.com

















































