Ρεπορτάζ | Greek News & Radio FL
Στο Εβιάν της Γαλλίας, εκεί όπου οι ηγέτες των ισχυρότερων οικονομιών του πλανήτη συναντήθηκαν για τη Σύνοδο των G7, η ατμόσφαιρα δεν είχε μόνο διπλωματική επισημότητα. Είχε ένταση, παρασκήνιο και μια ξεκάθαρη αμερικανική παρέμβαση στη Μέση Ανατολή. Στο επίκεντρο βρέθηκαν τρία μεγάλα μέτωπα: η συμφωνία Ηνωμένων Πολιτειών–Ιράν, η στάση του Ισραήλ στον Λίβανο και η προσπάθεια των G7 να εμφανίσουν ενιαία γραμμή απέναντι στον κίνδυνο νέας περιφερειακής ανάφλεξης.
Ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίστηκε στη Σύνοδο με έναν διπλό ρόλο. Από τη μία, παρουσίασε τη συμφωνία με το Ιράν ως προσωπική και αμερικανική διπλωματική επιτυχία. Από την άλλη, άσκησε ασυνήθιστα δημόσια πίεση προς το Ισραήλ, ειδικά για τον τρόπο που χειρίζεται τις επιχειρήσεις στον Λίβανο απέναντι στη Χεζμπολάχ. Η φράση που προκάλεσε αίσθηση ήταν ότι «χωρίς τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα υπήρχε Ισραήλ» και, ακόμη πιο προσωπικά, «χωρίς εμένα δεν θα υπήρχε Ισραήλ».
Αυτή η τοποθέτηση δεν ήταν μια απλή υπερβολή μπροστά στις κάμερες. Ήταν πολιτικό μήνυμα. Ο Τραμπ ήθελε να υπενθυμίσει δημόσια ότι η ασφάλεια του Ισραήλ στηρίζεται αποφασιστικά στην αμερικανική ισχύ, αλλά και ότι η Ουάσιγκτον θεωρεί πως έχει δικαίωμα να απαιτεί αυτοσυγκράτηση όταν οι κινήσεις του Ισραήλ απειλούν μια ευρύτερη συμφωνία στην περιοχή. Σύμφωνα με το Reuters, ο Τραμπ είπε ότι ο Νετανιάχου χρειάζεται ένα πιο «μαλακό άγγιγμα» στον Λίβανο, επικρίνοντας τη χρήση υπερβολικής ισχύος σε επιχειρήσεις κατά της Χεζμπολάχ.
Η μεγάλη είδηση, όμως, ήταν η ενδιάμεση συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν. Οι G7 χαιρέτισαν την ανακοίνωση συμφωνίας μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, χαρακτηρίζοντάς την ιστορική ευκαιρία για να αποτραπεί η απόκτηση πυρηνικού όπλου από το Ιράν και να αντιμετωπιστούν οι απειλές που συνδέονται με την περιφερειακή και βαλλιστική δραστηριότητα της Τεχεράνης. Στο επίσημο κείμενο των G7 αναφέρεται επίσης ότι η διαπραγμάτευση θα ωφεληθεί από τη συμμετοχή περιφερειακών και διεθνών εταίρων, μεταξύ αυτών και της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας.
Σύμφωνα με το Reuters, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν υπέγραψαν ενδιάμεση συμφωνία κατάπαυσης πυρός, με παράταση 60 ημερών και στόχο μια τελική διπλωματική συμφωνία. Το πλαίσιο περιλαμβάνει άνοιγμα του δρόμου για τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, χαλάρωση κυρώσεων, αποδέσμευση ιρανικών κεφαλαίων και δέσμευση του Ιράν ότι δεν θα επιδιώξει πυρηνικό όπλο. Παράλληλα, η Διεθνής Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας θα έχει ρόλο στην εποπτεία της διαδικασίας για το εμπλουτισμένο ουράνιο.
Το κείμενο του μνημονίου, όπως μεταδόθηκε από αμερικανικά μέσα, προβλέπει διακοπή στρατιωτικών επιχειρήσεων, σεβασμό της κυριαρχίας των εμπλεκόμενων κρατών και διαπραγμάτευση τελικής συμφωνίας μέσα σε 60 ημέρες. Περιλαμβάνει επίσης ασφαλή εμπορική διέλευση στον Περσικό Κόλπο, αποφυγή νέων κυρώσεων από τις ΗΠΑ κατά τη μεταβατική περίοδο και μη περαιτέρω προώθηση του πυρηνικού προγράμματος από την ιρανική πλευρά μέχρι να υπάρξει τελική συμφωνία.
Το κρίσιμο σημείο είναι ο Λίβανος. Οι G7 ζητούν άμεση και ισχυρή κατάπαυση πυρός, στήριξη της λιβανικής ηγεσίας, αφοπλισμό της Χεζμπολάχ και προστασία της εδαφικής ακεραιότητας και κυριαρχίας του Λιβάνου. Αυτό δείχνει ότι η συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν δεν αφορά μόνο το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης. Αφορά και το πώς θα περιοριστεί η επιρροή του Ιράν μέσω συμμάχων και ένοπλων οργανώσεων στην περιοχή.
Για το Ισραήλ, αυτή η εξέλιξη είναι δύσκολη. Από τη μία πλευρά, οι G7 επαναλαμβάνουν ότι το Ιράν δεν πρέπει να αποκτήσει πυρηνικό όπλο. Από την άλλη, η Ουάσιγκτον φαίνεται να συνδέει πλέον τη σταθερότητα στη Μέση Ανατολή με περιορισμό των ισραηλινών επιχειρήσεων στον Λίβανο. Το Ισραήλ δεν ήταν μέρος της διαπραγμάτευσης ΗΠΑ–Ιράν, ενώ ο Νετανιάχου έχει ξεκαθαρίσει ότι η χώρα του δεν θεωρεί πως δεσμεύεται από μια συμφωνία που δεν υπέγραψε, ειδικά όταν πρόκειται για τη Χεζμπολάχ.
Το πολιτικό βάρος της παρέμβασης Τραμπ είναι μεγάλο. Δεν εγκαταλείπει το Ισραήλ. Δεν αμφισβητεί δημόσια τη στρατηγική σχέση Ουάσιγκτον–Ιερουσαλήμ. Όμως βάζει όρια. Και το κάνει μπροστά στους συμμάχους, όχι σε κλειστή αίθουσα. Αυτό σημαίνει ότι η αμερικανική κυβέρνηση θέλει να δείξει πως η στήριξη στο Ισραήλ δεν είναι λευκή επιταγή, ειδικά όταν υπάρχει μια μεγαλύτερη διπλωματική επιχείρηση με το Ιράν και τον Λίβανο.
Η συμφωνία δεν είναι ακόμη τελική λύση. Είναι ένα παράθυρο 60 ημερών. Μέσα σε αυτό το διάστημα θα φανεί αν το Ιράν θα τηρήσει τις δεσμεύσεις του, αν οι ΗΠΑ θα προχωρήσουν στην εφαρμογή των οικονομικών όρων και αν το Ισραήλ θα περιορίσει τις επιχειρήσεις του στον Λίβανο. Το ίδιο το Reuters σημειώνει ότι, παρά την υπογραφή, ο Τραμπ διατήρησε σκληρό τόνο και προειδοποίησε πως οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να επαναλάβουν στρατιωτικές επιθέσεις εάν η διαδικασία αποτύχει.
Για την Ελλάδα και την Ανατολική Μεσόγειο, οι εξελίξεις αυτές έχουν ιδιαίτερη σημασία. Η σχέση ΗΠΑ–Ισραήλ, η προσέγγιση ΗΠΑ–Ιράν, ο ρόλος του Λιβάνου και η θέση της Χεζμπολάχ επηρεάζουν άμεσα τις ισορροπίες στην περιοχή. Κάθε μετατόπιση της Ουάσιγκτον απέναντι στο Ισραήλ παρακολουθείται από την Τουρκία, την Ελλάδα, την Κύπρο και όλες τις δυνάμεις που κινούνται γύρω από την Ανατολική Μεσόγειο.
Το συμπέρασμα από τη Σύνοδο των G7 είναι σαφές: ο Τραμπ επιδιώκει να εμφανιστεί ως ο ηγέτης που μπορεί να κλείσει πολεμικά μέτωπα, αλλά το κάνει με όρους αμερικανικής ισχύος. Η φράση του για το Ισραήλ δεν ήταν απλώς μια δήλωση υπεροψίας. Ήταν υπενθύμιση εξάρτησης. Και η συμφωνία με το Ιράν δεν είναι απλώς διπλωματικό χαρτί. Είναι μια προσπάθεια αναδιάταξης της Μέσης Ανατολής με κέντρο την Ουάσιγκτον.
Το αν αυτή η προσπάθεια θα φέρει ειρήνη ή νέα σύγκρουση θα κριθεί πολύ σύντομα. Γιατί οι συμφωνίες υπογράφονται στις συνόδους, αλλά δοκιμάζονται στο πεδίο.
Πηγές
Reuters — Συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν και αντιδράσεις Τραμπ.
Επίσημη δήλωση G7 για γεωπολιτικά ζητήματα.
AP / Axios — Κείμενο και βασικά σημεία του μνημονίου ΗΠΑ–Ιράν.
Sky News — Δήλωση Τραμπ για Ισραήλ και Ηνωμένες Πολιτείες.
https://www.youtube.com/watch?v=Blh-94ZuV0Q
πηγη βιντεο ABC News (Australia)
photo By © European Union, 2026, CC BY 4.0, https://commons.wikimedia.org/w/index.php?curid=193974979




























