Γέρνω στου ονείρου την απέραντη αγκαλιά
κάνοντας πέτρα την ταλαίπωρη καρδιά μου.
Τα νιάτα φύγαν, ταξιδιάρικα πουλιά
κι’ αφήκαν άδεια από ελπίδες την ποδιά μου.
Ήταν γλυκόπικρο ταξίδι η ζωή
μέσα σε δάση και σε πράσινα λιβάδια,
μέσα στης πόλης την φριχτή οχλοβοή,
μέσα σε θάλασσα γαλήνια τα βράδια.
Είδα στα δάση κάποια δέντρα προσφιλή
να ‘ναι κομμένα απ’ της μοίρας το πριόνι,
τ’ αποχαιρέτησα με ύστατο φιλί
κι’ ένιωσα ένα βουνό να με πλακώνει.
Είδα ν’ ανθίζουν στα λιβάδια δροσερά
νιάτα της Άνοιξης, τριαντάφυλλα, τουλίπες,
καινούργια φόρεσα στους ώμους μου φτερά,
μία πανάκεια που μου γλύκανε τις λύπες.
Αγάπη χάρισα παντού μ’ απλοχεριά,
στοργή, χαμόγελο, βοήθεια και δώρα.
Με δράκους πάλεψα και άγρια θεριά,
δύσκολη ήταν της ζωής η ανηφόρα.
Τώρα προσμένω σαν ατάξιδο σκαρί,
στο αφιλόξενο λιμάνι ένα χάδι,
ένα χαμόγελο και λίγη θαλπωρή,
ένα φωτάκι στου χειμώνα το σκοτάδι.
Δεν περιμένω να ακούσω «ευχαριστώ».
Δεν ζω, αλί, σε τέτοιου όνειρου την πλάνη.
Απλά, ζητώ ένα χαμόγελο ζεστό.
Μου είναι, πλέον, αρκετό. Αυτό μου φτάνει…
photo wfhayes, https://pixabay.com




























