Τι να πει και τι να πρωτοφωνάξει, ένα σώμα, που δε λέμε να το σεβαστούμε και το αφήνουμε έρμαιο τάχα μιας αγάπης ή ενός έρωτα που πιστεύουμε απ’τα βάθη της ψυχής μας που αγγίξαμε.
Τι να πει και τι να πρωτοφωνάξει ένα σώμα, όταν τ αφήνουμε και το καθοδηγεί ένα άλλο, δίχως να το σέβεται και ένα παραπάνω ,από φόβο δικό μας, του επιτρέπουμε του δικού μας την οργή, τον πόνο, μα πάνω απ’όλα να μην το δυσαρεστήσουμε το άλλο.
Άραγε τι θα’χε να μας πει ένα πρόσωπο, καθώς με την πάροδο του χρόνου, αναγνωρίζει το αληθινό, αφού η μάσκα για πόσο να αντέξει να γίνεται ένα με τη φάτσα του άλλου , της άλλης?
Τι θα ακούσουμε άραγε, απ’τα αυτιά , απ’όσα άντεξε και δε σηκώθηκε να τα βαράει τα άλλα που τα άκουγαν ότι έλεγε και λες και τα πίστευαν, άφηναν τα δικά μας να κουφαθούν, απ’τις αερολογίες και τις υποτιθέμενες ανακαλύψεις της αληθινής, ας γελάσω με τη σειρά μου κι εγώ, τόσο πειστικά, που το Όσκαρ, ήταν ένα τίποτα μπροστά σ όλη εκείνη την μυθοπλασία.
Κι ας προχωρήσουμε παρακάτω και ας δούμε εκείνα τα μάγουλα να μην κοκκινίζουν ποτέ από ντροπή και από τσίπα όπως λέμε, παρά να παραμένουν άσπρα και άχρωμα, χωρίς εκείνο το ρημάδι το φιλότιμο να τα αγγίζει κατά το ελάχιστο , απέναντι στην κοινή λογική, που πήγαινε όχι απλά περίπατο ,αλλά διένυε λαβυρίνθους και εις άτοπον επαγωγή , τις αντιρρήσεις του άλλου ΄ή της άλλης.
Τώρα το στόμα , τα χείλη , τα δόντια, ένα με του άλλου, της άλλης, μα η επαφή, οδυνηρή, μάτωσαν τα καημένα, αλλά ο κτήτορας τους, κρατούσε τη δική του ελεεινή στάση, ώστε επώδυνα και μιαρά, οικτρά και απάνθρωπα, στάθηκαν παραπλανητικοί διάδρομοι ανώμαλης μετέπειτα προσγείωσης της τάχα αγάπης, με λαθραία εισιτήρια διαμονής της.
Μάτια , μύτη και μαλλιά, που αιωρούνταν τα πάντα σε περιβάλλοντα , λες και ήθελε να νιώσει και να τα λιώσει από μια ορμή, που πάντα θα προσέκρουε στην αληθινή σκληρή πραγματικότητα.
Τι είδαν τα έρμα, τι οσμίστηκαν και τι μαλλιοτράβηγμα έγινε η λογική με την αγάπη, τον έρωτα, που δεν έλεγε να εκλογικεύσει, μέχρι που ήρθε η στιγμή και όλα πέσαν, αφού του τοίχος της ανοχής δέχθηκε επίθεση.
Φιγούρες ξένιζαν και ξύνιζαν στη δική της αποδοχή, στη δική του ιδιοσυγκρασία, με αποτέλεσμα , να επέρχεται το τέλος μόνιμο , αν και βασανιστικό.
Μα τίποτα δε πρέπει να μας καταβάλλει, γιατί πάνω απ’όλα θα κάνουμε αυτό που πρέπει και επιβάλλεται να αποδεχθούμε.
ΝΑ ΑΓΑΠΗΣΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΕΑΥΤΟΥΣ ΜΑΣ και να μη δίνουμε το δικαίωμα και το θράσος να μας βλέπουν ΩΣ ΤΙΠΟΤΑ.
ΑΥΤΟΙ ΑΥΤΕΣ ΠΟΥ ΤΟ ΠΡΟΚΑΛΟΥΝ, ΑΝ ΔΟΥΝ ΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ ΤΟΥΣ ,ΘΑ ΔΟΥΝ ΚΑΙ ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΙΝΑ!!!
Το σώμα μας είναι ένας ναός και είναι δικό μας χρέος να μας το σεβαστούν και πάνω απ’ όλα να το ΝΙΏΣΟΥΝ ΩΣ ΔΩΡΟ ΚΑΙ ΟΧΙ ΩΣ ΑΠΟΚΤΗΜΑ ΚΑΙ ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ ΩΣ ΛΑΦΥΡΟ.
photo nguyenhonstudio / https://pixabay.com

















































