Στα δάση τα πουλιά έδιναν το δικό τους στίγμα με τέμπο και μελωδία, ένα κελαϊδισμα από δέντρο σε δέντρο, πετούσαν τιτιβίζοντας χαρούμενα διώχνοντας τη σιωπή.
Τεράστια ψηλά δέντρα με καρπούς χρωματιστούς φώτιζαν τη φύση, κερασιές πορτοκαλιές λεμονιές, μηλιές, καρυδιές πρόσταζαν τους διαβάτες και τους περαστικούς να μην τα ενοχλήσουν.
Η Ρηνιώ δεν άφηνε τη μικρή κατσικούλα από τα μάτια της,ήταν το μόνο ζωντανό που λάτρευε τόσο.
Το βρήκε μωρό αγριοκάτσικο μέσα σε ένα εγκαταλελειμμένο αχούρι ψηλά στο βουνό,το πήρε και το γιάτρεψε.
Το είχε μόλις λίγους μήνες στο φτωχικό καλυβάκι της γιαγιάς της, μα μήτε μία φορά δεν σκέφτηκε να το σφάξει για να φάνε.
Η κατσικούλα πανέμορφη βέλαζε παιχνιδιάρικα νιώθοντας την αγάπη του μικρού παιδιού.
Από όταν χάθηκαν οι γονείς της στη μεγάλη φωτιά του δάσους στην άλλη άκρη του χωριού ζούσε με την τυφλή γιαγιά της .
Στήριζε η μία την άλλη και τα χρόνια περνούσαν με τη Ρηνούλα να μην έχει πάει σχολείο και τα ελάχιστα που γνώριζε ήταν αριθμητική και αυτό γιατί μαζεύε τα λαχανικά από τον κήπο,το μποστάνι το χειμώνα έδινε λάχανα λιγοστά αυγά και τα φρέσκα μυρωδικά, η μικρή τα σουλούπωνε σε ματσάκια και με τη βοήθεια της γιαγιάς τα έβαζε στο καλάθι της και κατέβαινε στο χωριό.
Την άνοιξη και το καλοκαίρι τα πράγματα ήταν καλύτερα τα αυγά ήταν πολλά οι κότες έφθαναν και για φαγητό, βολευόταν με το γάλα το γιαούρτι το ψωμάκι ζυμωμένο από τα κουρασμένα χεράκια της γιαγιούλα της, αυγουλάκια σουπούλες με λαχανικά, που και που έσφαζαν και μία κότα συνήθως για τις Κυριακές.
Ευτυχισμένο παιδί η Ρηνούλα παρά τις δυσκολίες και την απώλεια των γονιών της, καθημερινά πήγαινε στον τάφο τους στο νεκροταφείο του χωριού και άναβε το καντηλάκι.
Μιλούσε μαζί τους, τους έδινε στον αέρα γλυκό φιλί από τα μοσχομυρισμένα χεράκια της και πάλι πίσω στο φτωχικό .
Εκείνο το Σεπτέμβρη αλαλιασμός επικρατούσε στο χωριό γιατί θα άνοιγε το δημοτικό σχολείο.
Μέχρι τότε τα λιγοστά παιδιά κατέβαιναν με το κάρο ενός χωρικού στην πόλη.
Η μικρούλα όμως δεν πήγαινε όσο και να παρακαλούσε η έρμη γιαγιά της.
-Οχι δεν σε αφήνω μόνη ούτε λεπτό αν χάσω και εσένα γιαγιάκα μου τι θα απογίνω;
Η γιαγιά απελπισμένη παράτησε τα παρακάλια.. μα σαν να έμαθε από τον κυρ Ανέστη τον βοσκό ότι έρχεται δασκάλα από την πόλη του ζήτησε να της πάει χαμπέρι ότι θέλει να της πει δυο κουβέντες.
Οι μέρες περνούσαν με τη μικρή κοτσιδού να τρέχει στο δάσος να τραγουδά με τα πουλιά όσο βοσκούσε η κατσικούλα της.
Η δεσποινίς Ευτυχία χτύπησε την πόρτα της γιαγιάς ένα γλυκό πρωινό λίγες μέρες μετά.
Η κοπέλα αντιλήφθηκε τη σοβαρότητα της κατάστασης. Έσπευσε να καθησυχάσει τη γιαγιά Μερόπη και κατευθύνθηκε στο δάσος χωρίς χάσιμο χρόνου,το βλέμμα της έπεσε στην όμορφη ελαφίνα με το λευκό πρόσωπο και το υπέροχο χαμόγελο.
Την αγάπησε από εκείνη τη στιγμή και για το υπόλοιπο της ζωής της.
Η μικρή απόρησε που βρήκε κάποιος την κρυψώνα της.
-Κυρία χαθήκατε!! Να σας δείξω το δρόμο για το χωριό!
-Μπα ήρθα να ξαποστάσω λίγο μικρή μου ελαφίνα πώς σε λένε;
– Ρηνιώ και εσάς;
– Εμένα Ευτυχία .
-Χάρηκα κυρία Ευτυχία αλλά εδώ είναι το δάσος μου και αυτή είναι η Αγλαΐα η κατσικούλα μου δεν είναι κακιά είναι φίλη μου.
– Ομορφη η φίλη σου Ρηνιώ μου μα στην ηλικία σου πρέπει να κάνεις άλλα πράγματα να παίζεις με παιδάκια, με φίλους, και τα ζώα φυσικά είναι οι καλύτεροι φίλοι του ανθρώπου αλλά τι θα έλεγες αύριο να ερχόμουν να σε έπαιρνα να πηγαίναμε μία βόλτα να μου δείξεις την πόλη;
– Αν με αφήσει η γιαγιά μου πολύ ευχαρίστως αλλά πού θέλετε να σας πάω μην αργήσουμε η γιαγιά μου θα μείνει μόνη…προβληματισμένη η ψυχούλα της.
-Εχω πάρει άδεια καρδούλα μου από τη γιαγιά σου,την διέκοψε η Ευτυχία.
-Λοιπόν πρέπει να φύγω αύριο στις 8:00 να είσαι έτοιμη θα περάσουμε όμορφα θα δεις.
-Η Ειρήνη απορημένη αλλά και περίεργη συγχρόνως ανυπομονούσε για τη βόλτα με την κυρία Ευτυχία.
Από την άλλη το μυαλό της δεν ησύχαζε μην τύχει κάτι κακό στην νονόκα της.
Το πρωί τη βρήκε στα σκαλάκια η κυρία Ευτυχία καθισμένη με την όμορφη κοτσίδα της να λάμπει και το φορεματάκι της αστραφτερό από καθαριότητα.
-Ειστε πολύ όμορφη κυρία Ευτυχία..
-Κ’ εσύ Ρηνιώ μου υπέροχη εισαι! Χέρι-χέρι έφτασαν στην άκρη του χωριού .
-Ρηνιώ τι είναι εδώ ;
ρώτησε η δασκάλα .
Η μικρή κοίταξε το σχολείο θλιμμένη, το βλέμμα δεν ξέφυγε από την γυναίκα .
-Ειναι το νέο δημοτικό σχολείο της Μηλιάς, αλλά μην το πείτε στη γιαγιά… πρέπει να φροντίσω τα γεράματα της…. πάμε τώρα να σας δείξω το υπόλοιπο χωριό.
-Εγώ λέω να πάμε μέσα να δούμε πως είναι τι λες και μετά φεύγουμε ..
Η μικρή καιγόταν από επιθυμία το βλέμμα της έβγαζες σπίθες.
Η περιέργεια και η φλόγα την έκαιγε να νιώσει για λίγο μαθήτρια…
Στην αίθουσα τις πλησίασε ο πρόεδρος της κοινότητας,και διευθυντής του σχολείου χαιρέτησε τη δασκάλα χαρούμενος και την οδήγησε στη μεγάλη τάξη .
Η Ειρήνη κατάλαβε ότι ήταν δασκάλα η μεγάλη φίλη της και έβαλε τα κλάματα.
Τα μάτια της πλημμύρισαν δάκρυα, το πανέμορφο παιδικό προσωπάκι της… φώναξε με παράπονο
-Με ξεγελάσατε κυρία Ευτυχία δεν μου είπατε ότι είστε δασκάλα!
Εφυγε τρέχοντας αφήνοντας την τάξη και τα παιδιά να την κοιτούν απορημένα.
Η Ευτυχία ανυπομονούσε να περάσει η μέρα να τρέξει να βρεί την μικρή φίλη της.
Σα πήγε μεσημέρι κατάφερε να τρέξει στο σπίτι μα η μικρή έλειπε και η γιαγιά με θλίψη της περιέγραψε το θυμό της νεαρής.
-Μην ανησυχείτε θα τη βρω.. όλα θα πάνε καλά κυρία Μερόπη θα δείτε.
Η μικρή καθισμένη με την κατσικούλα της την Αγλαΐα κοιτούσε τα πουλιά με θλίψη.
Η Ευτυχία της έπιασε το πρόσωπο κοιτώντας στα μάτια.
-Πιστεύεις πως θα σου έκανα ποτέ κακό; ότι θα σε ξεγελούσα;
-Ειδα το προσωπάκι σου όταν φτάσαμε σχολείο,φυσικά και θα στο έλεγα ότι είμαι δασκάλα.
Μα αν παιδί μου καλό αγαπάς τα γράμματα θα πρέπει να τα μάθεις, να γίνεις ευτυχισμένη και έπειτα η γιαγιούλα σου θα γίνει ακόμα πιο ευτυχίσμενη.
-Ο θάνατος καρδούλα μου είναι μέσα στη ζωή όλοι κάποτε θα φτάσουμε εκεί ψηλά που πετούν τα πουλιά ..
Να κοίτα τη μαμά σου και τον μπαμπά σου είναι πάνω εδώ ψηλά πάνω σε αυτό το συννεφάκι! Συμφωνούν μαζί μου!
Το αναφιλητό της μικρής δεν άφησε ασυγκίνητο ούτε τον ουρανό σταγόνες βροχής ξεκίνησαν να πέφτουν …
-Κλαίει και ο θεούλης από χαρά!
πάμε γρήγορα παιδί μου θα γίνουμε παπάκια !
Τρέχοντας και οι δύο νεαρές με την Αγλαΐα στο κατόπι τους χώθηκαν στο φτωχικό έχοντας σκάσε στο γέλιο.
-Δόξα τω θεώ κόρη μου σε ευχαριστώ!
Εγνεψε στη δασκάλα με ανακούφιση.
-Κυρία Μερόπη από αύριο η Ρηνιώ μας θα έρχεται σχολείο,θα πάμε να πάρουμε τσάντα και τετράδια σήμερα, συμφώνησε και η Ρηνιώ και οι γονείς της ….είπε χαρούμενη η δασκάλα.
– Γιαγιά θα κάθεσαι φρόνιμα μέχρι να σχολάω μου το υπόσχεσαι;
Η αγωνία στα μάτια της Ρηνιώς δεν έλεγε να φύγει …
Ναι ελαφίνα μου θα κάθομαι στο υπόσχομαι μήτε βήμα θα κάνω μονάχα μάθε γράμματα …
*
-Ετσι που λες Μαιρούλα μου η γιαγιά Μερόπη και η μαμά σου ήταν ξεχωριστές και δυνατές.
-Εσύ πήρες το όνομά της προγιαγιάς σου… και η μητέρα σου σε λίγες μέρες θα γυρίσει από το ιατρικό συνέδριο με τον μπαμπά σου τώρα ξέρεις όλη την αλήθεια,η κυρία Ειρήνη Δανιήλ είναι σπουδαία γιατρός στην πόλη της Κρήτης και ο μπαμπάς σου από τους μεγαλύτερους καρδιολόγους.. εγώ είμαι η νονά ας πούμε της μαμάς σου .
-Οχι νονά είστε ο φύλακας άγγελος της η καλύτερη νεράιδα γιατί αν δεν ήσασταν εσείς η μαμά μου δεν θα ήταν τίποτα σήμερα πως θα γνώριζε τον μπαμπά μου και πως θα γινόμουν εγώ;
….και η Αγλαΐα τι απέγινε;
είπε η Μαιρούλα περίλυπη…
– Η …. Αγλαΐα έφυγε μία μέρα για την πόλη και δεν την ξανά είδαμε ποτέ.
είπε ένοχα η Ευτυχία.
– Αφήστε τα ψέματα νονά Ευτυχία, την Αγλαΐα την έσφαξε η γιαγιά κρυφά!!
Έχω ακούσει τον μπαμπά που πείραζε τη μαμά πριν καιρό και η μαμά τον μάλωνε.
Η μικρή ξεκαρδίστηκε στα γέλια.
-Εγώ θα πάω σχολείο δηλαδή θα πάω σε λίγες μέρες, είμαι πολύ χαρούμενη!
Θα γίνω κτηνίατρος είπε σηκώνοντας τους ώμους..
-Εδώ που ζούμε χρειάζεται και μία καλή κτηνίατρος για τις Αγλαΐες….
Τα παλαμάκια της μικρής κοιτούσαν από τον ουρανό οι παππούδες …η γιαγιά Μερόπη .
Η Ευτυχία δεν έκρυψε τα δάκρυα… της.
-Η γνώση είναι εφόδιο Μαιρούλα μου.. ψιθύρισε να το θυμάσαι πάντα.
Photo Skitterphoto / https://pixabay.com















































