Μου πήρε χρόνια να δεχτώ
τη ζώσα ζωή όπως είναι·
να δεχτώ τις μέρες απόλυτες
με ιστορίες απλές,
με αμφιβολίες ασύλληπτες
και να κινούμαι δίχως τέλος
με ποιητικούς ανασασμούς
όλο και πιο πολύ, όπως ο ήλιος
προβάλλει σταθερός απ’ το πρωί
στεφανώνοντας τις απουσίες αγαπημένων.
Μου πήρε χρόνια να μπορώ να φεύγω
χίλια μίλια μακριά,
μα πάλι να στέκομαι στα ίδια
κρατώντας αρτοσκευάσματα
που ξεγελούν την πείνα·
να φτάνω σε πόλεις θεοσκότεινες
που ξετυλίγονται μες στα βιβλία
–τι μυρωδιές όμορφες
που κατεβαίναν απ’ τον ουρανό
οι δεντροστοιχίες πάλι και πάλι
σταλάζουν τη σκιά της λησμονιάς–
και μια συνάθροιση αγνώστων
που όμως μου παραήταν οικεία
τείνοντας να γίνουν ακόμα πιο ομιλητικοί
σαν κουρδιστά κουκλάκια πορσελάνης.
photo Pexels, https://pixabay.com















































