Πες μου έναν λόγο που με πρόδωσες. Θα δεχτώ να τον ακούσω, θα μπορώ να σε συγχωρέσω, να δώσω λύση σ’ όλα τα προβλήματα. Να πω στον λυγμό, στον πόνο, να πάψει να υπάρχει.
Γιατί ακούμε τον πρώτο τυχόντα τι θα πει; Γιατί δεχόμαστε τη ρουφιανιά, από όπου κι αν προέρχεται; Μέσα μας παίζουν μαντολίνο η Πίστη και η Απιστία!
Της Απιστίας τα καμώματα δεν θέλω να τα ξέρω. Τα φοβάμαι. Αναμετριούνται με σθένος, έτοιμες για μάχη. Η μία να νικήσει την άλλη. Ο πόλεμος καλά κρατεί! Τι άραγε θα γίνει; Μέχρι να έρθει η λύτρωση! Έχουν την ίδια δύναμη να παλέψουν; Θα δώσουν μάχη. Ποια την πρεσβεύει απ’ τις δύο;
Η Απιστία πάλι θα παλέψει να κοροϊδέψει την ανθρώπινη υπόσταση. Ο αγώνας τώρα ξεκινάει. Κοιτιούνται. Η Πίστη χαμογελάει, η Απιστία ειρωνεύεται μ’ ένα βλέμμα.
«Γιατί γελάς;» ρωτάει η λευκοφορεμένη Πίστη.
«Γιατί εγώ θα σε κερδίσω», απαντά η Απιστία με γέλιο σαρδόνιο.
«Σ’ έχω κερδίσει, απλά δεν το έχεις παραδεχθεί ακόμη», χαμογελά ήρεμη η Πίστη.
«Μα δεν δώσαμε μάχη ακόμα», συμπλήρωσε η Απιστία.
Η Πίστη την κοιτά με συμπάθεια.
«Εσύ ήρθες θυμωμένη. Εγώ ήρθα ήρεμη, χαμογελαστή και σοφή.
Τώρα μπορείς να φύγεις κι αν πιστεύεις πώς νίκησες, αν αυτό θες, πες το παντού. Κανένας όμως δεν θα σε πιστέψει. Δεν αγωνίζομαι για να υπάρχω. Δεν πολεμώ για να επικρατήσω. Εσύ είσαι κουρασμένη, απιστία. Δίνεις πολλές μάχες και τις χάνεις, δε βαρέθηκες;»
Η Απιστία έσκυψε το κεφάλι λυπημένη. Γύρισε την πλάτη, έφυγε.
Ξανά ηττημένη. Ήρθε η ώρα να αποσυρθεί…
photo Tumisu / https://pixabay.com















































