Στεκότανε μπροστά μου,
το δρόμο να μου κόβει.
Ήρεμος, επιβλητικός,
με τα φτερά του μαζεμένα
και το σπαθί στη θήκη.
Δίπλα του, αφύλαχτες
φαρδιές διαβάσεις,
κι εκείνος άγγελος φρουρός
στο πιο στενό μπογάζι.
«Τί το φυλάς το μονοπάτι;
Μικρό στρατί, στενό στρατί
και ποιός να το ζηλέψει;»
«Το θέλουν, όσοι ξέρουν.
Οι λίγοι που τ΄ αναζητούν.
Μα κι απ΄ αυτούς, λιγότεροι
μπορούν να το περάσουν.»
Απάντησε σαν γέροντας σοφός,
κι ας έφερνε, δεν έφερνε,
στην ηλικία του Χριστού.
«Κι εγώ που δεν το ζήτησα,
πώς βρέθηκα μπροστά σου;»
«Από αποθυμιά,
να ξέρεις πού πηγαίνεις.
Σε έφερε ο ύπνος σου ο ταραγμένος
κι ο λογισμός σου ο αλαφιασμένος.
Μα να θυμάσαι:
Όταν θα ξανάρθεις,
στ΄ αλήθεια να περάσεις από δω,
θα ΄ναι το ξίφος μου γυμνό.»
photo Tobiii / https://pixabay.com
















































