Ξημερώσαμε καθισμένοι αντικριστά
τυλιγμένοι σφιχτά στις απόψεις μας
με τα δάχτυλα αγκιστρωμένα
στις τσέπες του πανωφοριού
-έκανε πολλή ψύχρα, θυμάσαι;-
ανάμεσά μας αμέτρητα σβησμένα αποτσίγαρα
κι ένας πηχτός γκρίζος καπνός
φράγμα αδιαπέραστο
να κομματιάζει ανελέητα τις λέξεις
καθώς κρατούσαμε διαρκώς σκυφτό το κεφάλι
για να αποφύγουμε τις αμυχές
σηκωθήκαμε ταυτόχρονα
σαν ελατήρια που απελευθερώνουν την ενέργειά τους
για να ηρεμήσουν
με μια αόριστη υπόσχεση
ακολουθήσαμε αντίθετες κατευθύνσεις
ψαχουλεύοντας το σημείο επαφής
που ποτέ δεν βρήκαμε.
photo opentheme, https://pixabay.com















































