ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Είπαν Οι Φίλοι

August 13, 2022

EnglishGreek
greek-news-and-Radio-FL-logo

Η Ελληνική εφημερίδα και το Ελληνικό Ραδιόφωνο της Florida
The Greek Newspaper and the Greek Radio of Florida

EnglishGreek

Σε εκείνους που σκέπτονται πως η Ελλάδα σήμερα δεν έχει καμία σημασία ας μου επιτραπεί να πω ότι δεν θα μπορούσαν να κάνουν μεγαλύτερο λάθος. Η σημερινή, όπως και η παλιά Ελλάδα, έχει υψίστη σημασία για οποιονδήποτε ψάχνει να βρει τον εαυτό του.

Χένρυ Μίλλερ, 1891-1980, Αμερικανός συγγραφέας

greek-news-and-Radio-FL-logo
EnglishGreek
συνθέτης

Συνθέτης: Η δημιουργική και η ερμηνευτική τάση

13 Oct, 2021

Κάθε σοβαρός συνθέτης πού σκέφτεται πάνω στη τέχνη του, αργά η γρήγορα θα αναρωτηθεί: Γιατί νοιώθω πώς είναι τόσο σημαντικό να γράφω μουσική;

Τι με κάνει να το θεωρώ τόσο αναγκαίο, έτσι ώστε κάθε άλλη καθημερινή δραστηριότητα να αποκτά σε σύγκριση μικρότερη σημασία; Και γιατί η δημιουργική διάθεση δεν ικανοποιείται ποτέ; Γιατί πρέπει να ξαναρχίζει κανείς πάντα από την αρχή;

Στη μουσική τέχνη οι διαδικασίες της δημιουργίας και της ερμηνείας είναι αδιαχώριστα συνδεδεμένες περισσότερο από κάθε άλλη τέχνη με μοναδική ίσως εξαίρεση το χορό. Είναι βέβαια αυτονόητο ότι οι δύο αυτές δραστηριότητες- η δημιουργική και η ερμηνευτική- προϋποθέτουν μια νόηση προικισμένη με φαντασία. Και οι δύο τους ενεργοποιούν τους δημιουργικούς μηχανισμούς, άλλοτε με παρόμοιους και άλλοτε με διαφορετικούς τρόπους. Όταν εξετάζουμε ταυτόχρονα τις δύο αυτές δραστηριότητες, μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα τη σχέση τους και την αλληλεπίδραση της μίας πάνω στην άλλη

                  Στο πρώτο ερώτημα- την ανάγκη για δημιουργία- η απάντηση είναι πάντα η ίδια: ανάγκη για προσωπική έκφραση. Η βασική ανάγκη να εκφράσει κανείς τα βαθύτερα του αισθήματα για τη ζωή. Γιατί όμως αυτή η δουλειά δεν τελειώνει ποτέ; Και πρέπει πάντα να ξαναρχίζει κανείς; Μάλλον, διότι κάθε νέο έργο κουβαλάει μέσα του κι ένα στοιχείο αυτοσυνειδησίας. Νοιώθω την ανάγκη να δημιουργώ επειδή θέλω να γνωρίσω τον εαυτόν μου και επειδή η αυτογνωσία είναι μία διαρκής συζήτηση πού δεν τελειώνει ποτέ, αφού δημιουργεί ταυτόχρονα τη τάση για νέες αναζητήσεις και για νέες επιμέρους απαντήσεις. Ακριβώς για τούτο, το έργο κάθε καλλιτέχνη είναι τρομερά σημαντικό, τουλάχιστον για τον εαυτόν του.

                  Από την άλλη πλευρά οι καλλιτέχνες δημιουργοί, έχουν την τάση να πιστεύουν πώς η δημιουργία κάθε νέου έργου τέχνης έχει ευρύτερη σημασία από τη καθαρά προσωπική. Αλλωστε σε αυτό συμβάλλουν και οι άλλοι πού τους κάνουν να το πιστεύουν. Επειδή κάθε νέο και σημαντικό έργο τέχνης αποτελεί μοναδική έκφραση μιας εμπειρίας. Μιας εμπειρίας πού θα χανόταν για πάντα αν δεν την είχε συλλάβει και δεν την είχε εκφράσει ο καλλιτέχνης. Συμπερασματικά με τον ίδιο ακριβώς τρόπο πού ο μεμονωμένος δημιουργός ανακαλύπτει τον εαυτόν του, μέσα από τα δημιουργήματα του, έτσι η ανθρωπότητα γενικότερα ανακαλύπτει τον εαυτόν της χάρη στους καλλιτέχνες, ανακαλύπτει την ίδια την ουσία της ύπαρξης της μέσα από τα δημιουργήματα τους. Αυτό λέγεται πολιτισμός.

                  Εν πάση περιπτώσει το έργο η πρέπει να προκύπτει τελείως αυθόρμητα η, σε διαφορετική περίπτωση, να το υπολογίζεις, να μηχανεύεσαι τρόπους και να το συλλαμβάνεις σταδιακά. Έτσι κάθε ημέρα δουλειάς μπορεί να σημαίνει την αποτυχία η το θρίαμβο.

                  Μέχρι το σημείο αυτό η θέση του ερμηνευτή[σύνολο, η άτομο]της μουσικής δεν είναι πολύ διαφορετική από κείνη του δημιουργού. Ο ερμηνευτής είναι απλώς ο ενδιάμεσος πού ζωντανεύει το έργο του συνθέτη. Είναι ένα είδος παράνυφου στη σύνθεση. Συμμετέχει στην ίδια αίσθηση αφοσίωσης σ ένα στόχο, στην ίδια αίσθηση αυτογνωσίας μέσα από κάθε ερμηνεία, στην ίδια πεποίθηση ότι κάτι το μοναδικό χάνεται ίσως, όταν δεν λειτουργεί η κατανόηση του για την ουσία ενός έργου τέχνης. Συμμετέχει ακόμα στην εξ ίσου ανεξέλεγκτη φύση της δημιουργικότητας του, έτσι ώστε κάθε του ερμηνεία δεν είναι πάντα της ίδιας αξίας. Γι αυτό άλλωστε κάθε φορά πού ετοιμάζεται να βγει στη σκηνή, του ευχόμαστε καλή τύχη, γιατί μοιράζεται τις ίδιες εκφραστικές αβεβαιότητες πού νοιώθει ο συνθέτης.

                  Παρατηρούμε λοιπόν πώς η ερμηνεία, αν και δίκαια θεωρείται ως βοηθητική τέχνη, μοιράζεται τα ίδια στοιχεία δημιουργικότητας πού υπάρχουν στο μυαλό πού δημιουργεί το έργο τέχνης.

                  Η ερμηνευτική στάση της νόησης, εφαρμόζεται πάνω σ ένα δοσμένο αντικείμενο. Δεν μπορεί να παράγει από μόνη της το αντικείμενο. Η δημιουργία ενός πράγματος από το τίποτα αποτελεί το προνόμιο της δημιουργικής στάσης της νόησης. Ο συνθέτης είναι ένα είδος μάγου πού σκαλίζει στα βάθη της σκέψης του και ανακαλύπτει την γενεσιουργό αιτία.

                  Στη πραγματικότητα ο τρόπος γένεσης των ιδεών είναι μία φάση της δημιουργία πού ξεφεύγει από λογικές ερμηνείες.[Και εδώ αρχίζουν τα βασικά σημεία στα οποία διαφέρουν ριζικά η δημιουργία και η ερμηνεία]. Ξέρουμε μόνο πώς η στιγμή της δημιουργίας είναι στιγμή της έμπνευσης. Η στιγμή πού ο δημιουργός βρίσκεται σε ιδιαίτερα ασυνήθιστη συγκινησιακή κατάσταση. Από πού και πώς έρχεται αυτή η στιγμή και πόσο διαρκεί, κανείς δεν μπορεί να το ξέρει εκ των προτέρων. Η έμπνευση μπορεί να είναι μια μορφή υπερσυνείδησης, η μια μορφή του υποσυνείδητου πού σίγουρα βρίσκεται στους αντίποδες της αυτοσυνειδησίας.

                   Η στιγμή της έμπνευσης μπορεί μερικές φορές να περιγραφτεί σαν ένα είδος παραίσθησης, όπου το μισό κομμάτι της προσωπικότητας αισθάνεται και υπαγορεύει, ενώ το άλλο μισό ακούει προσεκτικά και σημειώνει. Το μισό αυτό κομμάτι της προσωπικότητας πού ακούει είναι καλύτερο να μην το πολυδείχνει, είναι καλύτερο να προσποιείται το ανέμελο, γιατί το άλλο μισό πού υπαγορεύει αποδιοργανώνεται πολύ εύκολα και εκδικείται κάθε προσπάθεια για στενό έλεγχο, με το να εξαφανίζεται και να διαλύεται. Αυτή είναι η περιγραφή μιας μόνον από τις μορφές πού παίρνει η έμπνευση.

                    Μια άλλη μορφή της περιλαμβάνει τη προσωπικότητα σαν σύνολο, η καλύτερα, την ξεχνάει τελείως, μέσα σε μία αυθόρμητη έκφραση συγκινησιακής εκφόρτισης. Με αυτό εννοείται πώς η δημιουργική τάση κυριαρχεί πάνω στη προσωπικότητα με τέτοιο τρόπο ώστε να αποκλείει, σε μεγαλύτερο η μικρότερο βαθμό τη λειτουργία της γνώριμης συνείδησης.

                    Και οι δυο αυτές μορφές έμπνευσης, αν είναι μορφές, έχουν γενικά σύντομη διάρκεια και σε εξαντλούν τελείως. Είναι οι πιο σπάνεις μορφές, αυτές πού περιμένουμε κάθε μέρα μας, ελπίζοντας. Το λιγότερο θεϊκό εκείνο χάρισμα, πού επιτρέπει στο δημιουργό να συνθέτει κάθε μέρα- πιέζοντας κατά κάποιο τρόπο την έμπνευση να λειτουργήσει- είναι ένα είδος δημιουργικής διαίσθησης όπου υπεισέρχεται σε μεγάλο βαθμό η κριτική ικανότητα. Τα μεγάλα έργα απαιτούν συνήθως αυτού του είδους τη διαίσθηση, ενώ τα μικρότερα έργα είναι σε γενικές γραμμές το αποτέλεσμα της αυθόρμητης δημιουργικότητας.

                  Μετά από όλα αυτά είναι πασιφανές πώς η φαντασία παίζει ένα σημαντικότατο ρόλο στα καλλιτεχνικά ζητήματα. Τονίζεται μάλιστα ιδιαίτερα αυτό, καθ όσον υπάρχει μερικές φορές η τάση να ρίχνεται το κέντρο βάρους στα ζητήματα της τεχνικής και να αντιμετωπίζεται ο συνθέτης κυρίως από αυτή τη σκοπιά. Τείνουμε μερικές φορές μάλιστα να ξεχάσουμε πως το έργο τέχνης δεν είναι ένα ζευγάρι παπούτσια. Μπορεί να είναι εξ ίσου χρήσιμο όπως αυτά, αλλά αντλεί τη χρησιμότητα του από μία τελείως διαφορετική σφαίρα διανοητικής δραστηριότητας.

                    Ο μεγάλος μουσικολόγος του περασμένου αιώνα Roger Sessions, σημειώνει στην πραγματεία του για την επίδραση της σύνθεσης στο παγκόσμιο πολιτισμό: Η τεχνική ενός συνθέτη και η δυνατότητα του να χειρίζεται τη μουσική γλώσσα μέσα από τους θεσπισμένους κανόνες, αφορούν σε ένα πρωτογενές επίπεδο. Σ ένα υψηλότερο επίπεδο αυτά τα πράγματα ταυτίζονται με τη μουσική του σκέψη και γίνεται προβληματική πλέον η ανίχνευση τους και ο διαχωρισμός τους. Στο επίπεδο αυτό δεν μπορούμε να μιλάμε πλέον για τεχνική. Ο συνθέτης δεν είναι πλέον απλώς ένας τεχνίτης, έχει γίνει στοχαστής, είναι δημιουργός αξιών, πάνω από όλα αισθητικών άρα ψυχολογικών και κατά συνέπεια αξιών με βαθύτατη ανθρώπινη σημασία.

                    Πολλές φορές οι συνθέτες δεν ξεκαθαρίζουν μέσα τους το ρόλο πού παίζει η αυτοκριτική της στιγμή της δημιουργίας. Μοιάζουν σαν να μη κατανοούν πλήρως ότι κάθε φορά πού μία νότα ακολουθεί μια άλλη νότα, η μια συγχορδία μία άλλη συγχορδία, έχει παρθεί μία απόφαση. Κι ακόμα δείχνουν πώς δε συνειδητοποιούν αρκετά τις ψυχολογικές και συναισθηματικές συνέπειες της μουσικής τους. Αντίθετα δείχνουν μεγάλη μέριμνα για τα μορφολογικά στοιχεία και τη την τήρηση ενός γενικού κατασκευαστικού πλάνου, και νοιάζονται ιδιαίτερα για μία στενή λογική θεματικών σχέσεων.

                    Με αλλά λόγια δεν έχουν πλήρη συνείδηση του τι κάνουν και δεν κατανοούν αρκετά τους παράγοντες εκείνους πού καθοριστικοί για την επιτυχία η την αποτυχία της συνολικής σύνθεσης. Μια κατανόηση και εκτίμηση των κυρίαρχων και πρωτογενών στοιχείων του έργου, χωρίς να παγιδεύει την ελευθερία και τη δημιουργική εφευρετικότητα. Ο Schubert έγραψε κάποτε περιγράφοντας την μεγαλοφυΐα του Beethoven : ΄΄Μια υπέροχη ψυχραιμία πού ελέγχει τη φλόγα της δημιουργικής φαντασίας΄΄.

                    Πέρα όμως από όλα αυτά ένα είναι σίγουρο. Είναι δυνατόν η συνειδητή διάθεση για επικοινωνία να μην περνάει από το μυαλό του κάθε συνθέτη, όμως κάθε επιλογή πού διευκολύνει τη λογική και την ενότητα της σύνθεσης, μικρής η μεγάλης, είναι στη πραγματικότητα μια χειρονομία επικοινωνίας. Ακόμα και όταν ο συνθέτης έχει επιλέξει να απευθυνθεί σε μικρή και ειδική μερίδα κοινού.

                   Αυτή η ιδέα της μουσικής πού απευθύνεται σ ένα ειδικό κοινό, σοκάρει συνήθως τους φιλόμουσους. Όσες φορές κι αν έχει γραφτεί πώς ο Bach έγραφε κάθε εβδομάδα μουσική για τους αστούς της Λειψίας, όσες και αν θυμηθούμε πώς ο Mozart είχε παρεμφερείς σχέσεις με τους αυλικούς εργοδότες του, το κοινό προτιμά να σκέφτεται τους συνθέτες σαν ανθρώπους πού κυνηγάνε τις ιδέες του, αποκομμένοι από τα πεζά και ταπεινά πράγματα της πραγματικότητας γύρω τους.

                    Το ζήτημα της επικοινωνίας με το κοινό, οδηγεί φυσικά στην εξέταση του ρόλου του ερμηνευτή καθώς και την αλληλεπίδραση ανάμεσα στο δημιουργικό και στον ερμηνευτικό νου, αλληλεπίδραση πού είναι καθοριστική για τη συνολική μουσική εμπειρία.

                    Αυτές οι δύο λειτουργίες- δημιουργία και επικοινωνία- εκτελούνταν συνήθως στα χρόνια πριν από τον Beethoven, από το ίδιο άτομο. Ο συνθέτης ήταν και ερμηνευτής του εαυτού του, η όπως συνέβαινε συχνά, οι ερμηνευτές των οργάνων έγραφαν μουσική για τον εαυτόν του.

                    Αργότερα όμως, όπως όλοι γνωρίζουμε, έγινε και ανάγκη και συνήθεια μαζί, να διαχωρίζονται αυτές οι λειτουργίες και έτσι ο συνθέτης κατέληξε να βρίσκεται στη θέση ενός ανθρώπου πού έχει χάσει τη δυνατότητα της ομιλίας και πού αναγκάζεται να μεταδίδει τις σκέψεις του γράφοντας γράμματα σ ένα ακροατήριο πού δεν ξέρει να διαβάζει. Κατά συνέπεια, έχουν ανάγκη και οι δύο-συνθέτης και ακροατήριο- από ένα μεσολαβητή, από ένα ταλαντούχο αναγνώστη πού μπορεί να ενεργοποιήσει το ακροατήριο, διαβάζοντας δημόσια το μήνυμα του συνθέτη.

                    Εδώ τίθεται αμέσως ένα πρωταρχικό ερώτημα: Τι περιμένει ο συνθέτης από τον αναγνώστη η ερμηνευτή του εν πάση περιπτώσει; Ο ερμηνευτής έχει σαν κύρια μέριμνα τη ρητορική ευφράδεια, αλλιώς πώς, τη δημιουργία όμορφων ήχων. Όλη του η προσπάθεια εξαντλείται έτσι ώστε να ξεπεραστούν οι τεχνικές δυσκολίες και να παράγει τους πιο όμορφους ήχους της- των φωνών η του-των οργάνων. Εδώ όμως πιθανώς υπάρχει πρόβλημα αφού ο συνθέτης έχει στο μυαλό του κάτι τελείως διαφορετικό. Δεν νοιάζεται τόσο πολύ για την τεχνική αρτιότητα και την ηχητική τελειότητα, όσο για το χαρακτήρα και το ειδικό εκφραστικό περιεχόμενο της ερμηνείας. Οτιδήποτε και αν συμβεί, δεν θέλει πάντως να προδοθεί η βασική του σύλληψη. Είναι έτοιμος κάθε στιγμή να θυσιάσει την ομορφιά του ήχου προκειμένου να επιτευχθεί μία πιο σωστή ανάγνωση.

                    Ο ερμηνευτής έχει μέσα του ένα ρητορικό στοιχείο, θέλει να είναι τα λόγια λαμπερά, θέλει να ηχούν στρογγυλά και σωστά. Κάθε συνθέτης από την άλλη πλευρά, έχει μέσα και ένα στοιχείο θεατρικού συγγραφέα. Θέλει πάνω από όλα να κατανοούν οι ΄΄ηθοποιοί΄΄ του το νόημα μιας σκηνής, τη σημασία της μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο του έργου, γιατί αν χαθεί αυτό τότε κάθε ρητορική ευφράδεια χάνει τη σημασία της και μάλιστα καταλήγει να είναι εκνευριστική για εμποδίζει το δημιουργό να μεταδώσει στον ακροατή την ουσία και το στόχο του έργου τέχνης. Θα μπορούσε σχεδόν κανείς να πει ότι η μουσική ερμηνεία απαιτεί από τον εκτελεστή μια πολύ μεγαλύτερη γκάμα από κείνη του ηθοποιού, γιατί ο μουσικός πρέπει να μπορεί να παίζει όλους τους ρόλους σ ένα έργο.

                    Ίσως διερωτηθούμε: Μα υπάρχει μόνον ένας τρόπος ανάγνωσης κάποιου μουσικού έργου; Δεν είναι δυνατή η ύπαρξη ποικίλων τρόπων ανάγνωσης του ίδιου έργου; Ασφαλώς και είναι. Διότι διαφορετικά ένα έργο στερείται πλούτου νοημάτων. Όμως κάθε διαφορετική ανάγνωση πρέπει να είναι πειστική και μουσικά και ψυχολογικά. Πρέπει να είναι μέσα στα πλαίσια των θεμιτών τρόπων ερμηνείας του έργου. Δηλαδή στιλιστικά γνήσια. Με διαφορετικά λόγια κάθε ανάγνωση πρέπει να εντάσσεται σ ένα σύστημα αναφοράς πού να είναι αντιπροσωπευτικό και της ιστορικής περιόδου και της προσωπικότητας του συνθέτη.

                    Έτσι αποτελεί αυτοσκοπό των ερμηνευτών η ετοιμότητα των ερμηνευτών να δεχτούν τις υποδείξεις του συνθέτη, εφ όσον αυτός συνυπάρχει. Και αντίθετα από τέτοιους καλούς ερμηνευτές μπορεί ο συνθέτης να διδαχτεί πολλά για το χαρακτήρα του έργου του, μπορεί να ανακαλύψει εκδοχές πού δεν τις είχε συνειδητοποιήσει, ρυθμούς διαφορετικούς από κείνους πού είχε φανταστεί, φραζαρίσματα πού εκφράζουν καλύτερα τη φυσιολογική καμπύλη μιας μελωδίας. Εδώ είναι ακριβώς πού η αλληλεπίδραση του συνθέτη και του ερμηνευτή μοιάζει εντελώς γόνιμη.

                    Όλα τα ερωτήματα πάνω στην ερμηνεία καταλήγουν αργά η γρήγορα στο θέμα του πόσο πιστός πρέπει να είναι ο εκτελεστής στη γραμμένη παρτιτούρα. Αυτόματα τίθεται όμως και το αντίστροφο ερώτημα, πόσο πιστός είναι ο συνθέτης στις νότες πού ο ίδιος έχει γράψει.

                    Μερικοί εκτελεστές αντιμετωπίζουν μία μια σχεδόν θρησκευτική ευλάβεια τη γραμμένη σελίδα. Κάθε κόμμα, κάθε σημειωμένο στακάτο, κάθε ρυθμική ένδειξη πού αντιμετωπίζεται ως κάτι το ιερό. Ίσως αυτό να αποτελεί και ψευδαίσθηση. Θα ήταν ευχής έργο αν η σημειογραφία και οι ενδείξεις της ρυθμικής αγωγής και της δυναμικής, ήσαν απόλυτα ακριβείς, όμως η γραπτή παρτιτούρα δεν είναι παρά μία προσέγγιση, αποτελεί απλώς μια ένδειξη του πόσο πλησίασε ο συνθέτης σε μία ακριβή καταγραφή των σκέψεων του στο χαρτί. Πέραν τούτου ο ερμηνευτής είναι ΄΄ελεύθερος΄΄.

                   Μερικοί σύγχρονοι συνθέτες ενοχλούνται από τις πολλές ελευθερίες πού οι εκτελεστές-ερμηνευτές δίδουν στα έργα των ρομαντικών συνθετών κυρίως. Φθάνουν στον αντίποδα λέγοντας: Πάψτε να ασχολείσθε με την ερμηνεία, παίξτε απλά τις νότες. Η στάση αυτή εθελοτυφλεί γιατί αγνοεί τις ελλείψεις της μουσικής σημειογραφίας και αρνείται να παραδεχτεί την πραγματικότητα. Η μοναδική συνταγή στη περίπτωση αυτή για τον ερμηνευτή είναι πώς πρέπει να προσπαθήσει να ανακαλύψει μια ευτυχή ισορροπία, ανάμεσα στη δουλική υποταγή σε ανεπαρκείς σημειογραφικά ενδείξεις και στην υπερβολική πρωτοβουλία πού ξεφεύγει από τις προθέσεις του συνθέτη.

                    Αν θέλουμε να κατανοήσουμε σε βάθος τη νοοτροπία του ερμηνευτή πρέπει να μπορούμε να κρίνουμε δίκαια την ερμηνεία. Η ίδια η ερμηνεία πρέπει να μπορεί να ερμηνευτεί, αν θέλουμε να σταθμίσουμε τη συμβολή του/ των μουσικού/ κών σε μία εκτέλεση. Τούτο δεν είναι απλό για τον μέσο ακροατή. Ακόμα και ο πεπειραμένος ακροατής συχνά έχει δυσκολίες στο να κρίνει τις διαφορές μια μουσικής εκτέλεσης, γιατί του λείπουν τα απαραίτητα κριτήρια, πού προκειμένου να τα εφαρμόσει θα πρέπει εκ των προτέρων να γνωρίζει πώς πρέπει να ακούγεται μία εκτέλεση, πριν την ακούσει στη πράξη.

                    Μ΄ άλλα λόγια θα πρέπει να έχει μια ιδανική εκτέλεση στο μυαλό του, βάσει τής οποίας θα μπορούσε ΄συγκρίνει κάθε άλλη εκτέλεση. Άρα θα πρέπει να είναι σε θέση να κατανοήσει το στυλ πού ταιριάζει στην ιστορική περίοδο της συγκεκριμένης εκτέλεσης αλλά και την εξελικτική πορεία του συνθέτη. Θα πρέπει πάραυτα να είναι σε θέση να περιγράψει ακριβώς το χαρακτήρα της δοσμένης εκτέλεσης, εντοπίζοντας τα γνωρίσματα πού ανήκουν στο συγκεκριμένο εκτελεστή και μόνον σ αυτόν[άτομο η ομάδα]. Επομένως θα πρέπει να έχει και πλατιές ιστορικές γνώσεις αλλά και σημαντική πείρα στην ακρόαση αλλά και μία ενστικτώδη αυθόρμητη μουσικότητα.

                   Στη προσπάθεια πού καταβάλουμε ώστε να ερμηνεύσουμε το φαινόμενο της ερμηνείας δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε τον κυρίαρχο ρόλο πού παίζει η ιδιαίτερη προσωπικότητα και ιδιοσυγκρασία του εκτελεστή.

Γιατί όταν ένας εκτελεστής δεν χει προσωπικότητα, χαρακτηρίζουμε την εκτέλεση σαν άψυχη, όταν έχει πολύ έντονη διαμαρτυρόμαστε για μας αποσπά από το ίδιο το έργο. Επομένως για τη σωστή κριτική της ερμηνείας είναι απαραίτητη η ακριβής στάθμιση του ρόλου πού παίζει η προσωπικότητα του ερμηνευτή.

                   Μερικοί ψυχολογικοί τύποι ερμηνευτών περιγράφονται πιο κάτω: Η μεγάλη ερμηνεία με τον τρόπο πού την εννοεί το πλατύ κοινό, αντιστοιχεί συνήθως στο φλογερό και ρομαντικό εκτελεστή. Επειδή ένα μεγάλο μέρος της μουσικής πού εκτελείται δημόσια προέρχεται από τη ρομαντική περίοδο, πολλοί εκτελεστές αναγκάζονται να υιοθετήσουν και τα εξωτερικά γνωρίσματα, αν και δεν έχουν γεννηθεί αυτή την εποχή. Όμως ο πραγματικά ρομαντικός- ο ερμηνευτής πού γεννά την αίσθηση ότι προσφέρει τον εαυτόν του χωρίς περιορισμούς- έχει πάντα μεγάλη επίδραση σ όλα τα είδη ακροατηρίου.

                    Βέβαια, η περίπτωση του εκτελεστή πού προσπαθεί να μιμηθεί έντονα συναισθήματα χωρίς να νοιώθει στ αλήθεια τίποτα μέσα του, μας χτυπάει σαν ένα δημόσιο ψέμα, κι έχουμε τη διάθεση να σηκωθούμε και να το καταγγείλουμε. Αντίθετα ο εκτελεστής πού συγκινείται βαθιά και πού δε διστάζει να το δείξει δημόσια, ο ερμηνευτής πού απευθύνεται στις πιο ωραίες πτυχές της ανθρώπινης ψυχής, ενώπιον ενός μεγάλου και ετερόκλητου πλήθους, αυτός ο εκτελεστής επικοινωνεί στ αλήθεια με το ακροατήριο του και αποσπά συνήθως τα πιο θερμά χειροκροτήματα.

                   Ένα άλλος αποτελεσματικός τρόπος πού προκαλεί δικαιολογημένα αίσθηση στο ακροατήριο είναι όταν ο εκτελεστής-ερμηνευτής, δημιουργεί την εντύπωση ότι ρισκάρει τη τύχη του. Για να δημιουργηθεί αυτή η μορφή έντασης πρέπει να υπάρχει ένα στοιχείο αβεβαιότητας. Πρέπει να υπάρχει ο κίνδυνος ότι η εκτέλεση μπορεί να ξεφύγει από τον έλεγχο, ότι ο ερμηνευτής, όσο και αν έχει φανερά προσόντα, καταπιάνεται μ ένα εγχείρημα πού μπορεί να αποδειχτεί υπεράνω των δυνατοτήτων του.

                   Τίποτα δεν είναι πιο πληκτικό από μια καλομελετημένη εκτέλεση, καλομελετημένη υπό την έννοια πως τα πάντα έχουν υπολογιστεί λεπτομερώς εκ των προτέρων και ότι δεν περιμένει κανείς καμία έκπληξη.

Αυτό είναι συναίσθημα ρουτίνας πού πολλές φορές έχει καταστρέψει καλόγουστες και καλοστημένες εκτελέσεις. Είναι σαν να έχει πάψει ο ερμηνευτής να ακούει τον εαυτόν του κατά τη διάρκεια τη εκτέλεσης και σαν να εκτελεί περισσότερο ένα είδος υποχρέωσης παρά μουσικό έργο.

                    Αποτελεί αξίωμα πώς αν η μουσική δεν καταφέρει να συγκινήσει πρώτα τον ερμηνευτή πού ακούει τον εαυτόν του να εκτελεί, είναι μάλλον απίθανο να συγκινήσει το ακροατήριο. Μια ζωντανή εκτέλεση πρέπει να είναι στ αλήθεια ζωντανή. Κάθε τι πού συμβαίνει καθ οδόν πρέπει να χρωματίζεται από τις λεπτές και στιγμιαίες συναισθηματικές αποχρώσεις, πρέπει να βασίζεται στις απότομες και τυχαίες εμπνεύσεις πού γεννά η επικοινωνία με το κοινό.

                    Ένας άλλος τύπος ερμηνευτή πού κινείται σ ένα παραπλήσιο χώρο με εκείνον του ρομαντικού είναι ο εκτελεστής πού κάνει μία προσωπική ανάγνωση του έργου. Κάθε εκτέλεση βέβαια αποτελεί κατά κάποιο τρόπο μια μορφή ανάγνωσης στη περίπτωση πού αυτή είναι πιο εξειδικευμένη και περισσότερο προσωπική. Στη περίπτωση αυτή η σύνθεση δεν είναι απλώς ένα έργο αλλά μία πού έτσι την αντιλαμβάνεται ο ερμηνευτής και τα νοήματα της είναι εκείνα πού ο ίδιος διαλέγει να μεταδώσει.

                    Στις περιπτώσεις αυτές οι σκέψεις περί στιλιστικής λεπτότητας , περί ηχητικής ακρίβειας, περί αρτιότητας και ισορροπίας του συνόλου, έρχονται όλες σε δεύτερη μοίρα. Αυτό πού κυριαρχεί είναι πώς ο ερμηνευτής ΄΄τραγουδάει΄΄ κατά κάποιο τρόπο το έργο βασισμένος σε μία τελείως προσωπική αντίληψη πού δεν επιτρέπει την απασχόληση του με δευτερεύοντα τεχνικά ζητήματα.

                   Μια τέτοια ανάγνωση για να είναι πετυχημένη πρέπει να επιβάλλεται από μόνη της, πρέπει να μπορεί να διαλύει κάθε αντίσταση, πού θα μπορούσε να βασίζεται στη σκέψη πώς οποιοσδήποτε άλλος θα αντιμετώπιζε το έργο διαφορετικά. Εδώ δεν τίθεται ζήτημα ΄΄αισθητικής ικανοποίησης΄΄ ούτε για τον ερμηνευτή ούτε για τον ακροατή. Αυτό πού μετράει είναι η αίσθηση της συμμετοχής σε μια συνολική εμπειρία, η αίσθηση πως ερμηνευτής και ακροατής έζησαν κάτι σημαντικό. Τέτοιου είδους ερμηνευτές παίρνουν καμιά φορά ένα μέτριο έργο και το κάνουν να ακούγεται καλύτερο από όσο είναι στη πραγματικότητα.

                   Η δύναμη της πειθούς πού κρύβεται πίσω από μία τέτοια εκτέλεση, τείνει να διαλύσει κάθε κριτική και κάθε επιφύλαξη. Η ερμηνεία αυτή μας έχει παρασύρει, έστω και αν το ανακαλύψουμε εκ των υστέρων, αφού κανένας δεν έμεινε δυσαρεστημένος. Όταν το έργο, φυσικά, αξίζει στ αλήθεια, και όταν η ανάγνωση του είναι πραγματικά πειστική, τότε μένουμε με την  εντύπωση πώς όποιες και ένα είναι οι άλλες ερμηνευτικές εκδοχές, αυτό πού ακούσαμε ήταν ένας από του πρωτογενείς τρόπους με τους οποίους πρέπει να γίνεται αντιληπτή η μουσική.

                   Αναφέρεται τέλος και ένας άλλος τύπος ερμηνευτή πού θέτει στον εαυτόν του τελείως διαφορετικούς καλλιτεχνικούς στόχους, ο εκτελεστής δηλ. εκείνος πού αντιμετωπίζει την ερμηνεία περισσότερο απρόσωπα κι ίσως με πιο κλασσικό τρόπο.

                   Ο στόχος εδώ είναι η απόλυτη ηχητική διαύγεια, ο άρτιος ήχος, ο τέλειος συγχρονισμός και πάνω απ όλα, η αίσθηση της ενότητας και της ροής, η αίσθηση μιας διαρκούς και κατευθυνόμενης κίνησης, πού αποτελεί και το πρωταρχικό γνώρισμα όλης της μουσικής. Εδώ αυτό πού μετράει δεν είναι το μουσικό μέτρο πού ακούγεται, αλλά το μουσικό μέτρο πού πρόκειται να ακουστεί.

                   Τούτη η μέριμνα για την κίνηση προς τα εμπρός, πού κρύβεται σε κάθε μουσικό έργο, από την αρχή ως το τέλος του, δίνει στην ερμηνεία έναν αναπότρεπτο και τελεσίδικο χαρακτήρα. Ο ερμηνευτής πού συγκεντρώνει τη προσοχή του σ αυτό πού πρόκειται να ακολουθήσει είναι περισσότερο σε θέση- απ όσο άλλοι- να μας δείξει την εξέλιξη ενός έργου και να προβάλει τα δομικά του χαρακτηριστικά. Είναι βέβαια περιττό να εξηγήσουμε αυτή την ανάγκη της κατευθυνόμενης κίνησης προς τα εμπρός σε εκτελεστές πού δεν την νοιώθουν από ένστικτο.

                    Μπορεί να έχουν διαύγεια και σαφήνεια, εντούτοις η σαφήνεια από μόνη της μπορεί εύκολα να χάσει το ενδιαφέρον της, σε ψυχρή και διδαχτική παράθεση των μηχανισμών πού κινούν ένα μουσικό έργο. Όταν δεν υπάρχει κάποια εσωτερική ένταση, ο ερμηνευτής μεταβάλλεται σε δάσκαλο πού μας αναλύει βέβαια λεπτομερώς τη σύνθεση αλλά πού ξεχνάει κατά κάποιο τρόπο να τη μετατρέψει σε μουσική. Μας δείχνει αναλυτικά το μηχάνημα αλλά δεν κάνει τέχνη.

                    Ο κλασσικός τρόπος προσέγγισης και αναπαραγωγής της μουσικής παρουσιάζει άλλο ένα πλεονέκτημα πού θάπρεπε να αναφερθεί. Πρόκειται για το συναίσθημα βαθιάς ικανοποίησης πού μας γεννά μια άνετη και αβίαστη εκτέλεση.

                   Δηλώνει τότε ένα μέτρο της διανοητικής σιγουριάς και ένα βαθμό τεχνικής βεβαιότητας, πού είναι δύσκολο να συμπέσουν και να συναντηθούν σε συνδυασμό στο ίδιο άτομο. Όμως είναι διάχυτα στο σύνολο. Αυτή η αίσθηση της άνετης και αβίαστης τεχνικής πού εξυπηρετεί πλήρως του εκφραστικούς στόχους, είναι από τα πιο γοητευτικά πράγματα στην εκτέλεση, είναι όμως και κάτι το ιδιαίτερα δύσκολο, πού πρέπει να το κατακτήσει ο ερμηνευτής.

                    Δεν πρόκειται για κάτι πού αφορά μόνον τους διανοούμενους αλλά για ικανότητα πού αν την έχεις μπορείς να ξεγελάσεις τους άλλους. Η ικανότητα αυτή της αβίαστης εκτέλεσης πρέπει να αντανακλά μια πραγματικά εσωτερική άνεση πού είναι δύσκολο να της έχεις στις συνθήκες της δημόσιας εμφάνισης και η οποία από μόνη της προκαλεί μια ένταση στον ερμηνευτή. Πόσοι όμως πραγματικά την διαθέτουν; Είναι ένα ερώτημα, όπως και τόσα άλλα που προκύπτουν από όσα πιο πάνω εκτέθηκαν.

Τα άρθρα που δημοσιεύουμε δεν απηχούν αναγκαστικά τις απόψεις μας και δεν δεσμεύουν παρά τους συγγραφείς τους. Η δημοσίευσή τους έχει να κάνει όχι με το αν συμφωνούμε με τις θέσεις που υιοθετούν, αλλά με το αν τα κρίνουμε ενδιαφέροντα για τους αναγνώστες μας.

Ακολουθήστε μας στο Facebook @grnewsradiofl

Ακολουθήστε μας στο Twitter @grnewsradiofl

 

Copyright 2021 Businessrise Group.  All rights reserved. Απαγορεύται ρητώς η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή ή αναδιανομή μέρους ή όλου του υλικού του ιστοχώρου χωρίς τις κάτωθι προυποθέσεις: Θα υπάρχει ενεργός σύνδεσμος προς το άρθρο ή την σελίδα. Ο ενεργός σύνδεσμος θα πρέπει να είναι do follow Όταν τα κείμενα υπογράφονται από συντάκτες, τότε θα πρέπει να περιλαμβάνεται το όνομα του συντάκτη και ο ενεργός σύνδεσμος που οδηγεί στο προφίλ του Το κείμενο δεν πρέπει να αλλοιώνεται σε καμία περίπτωση ή αν αυτό κρίνεται απαραίτητο να συμβεί, τότε θα πρέπει να είναι ξεκάθαρο στον αναγνώστη ποιο είναι το πρωτότυπο κείμενο και ποιες είναι οι προσθήκες ή οι αλλαγές. αν δεν πληρούνται αυτές οι προυποθέσεις, τότε το νομικό τμήμα μας θα προβεί σε καταγγελία DMCA, χωρίς ειδοποίηση, και θα προβεί σε όλες τις απαιτούμενες νομικές ενέργειες.

Άλλα Άρθρα

Pin It on Pinterest

Share This