ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Είπαν Οι Φίλοι

December 9, 2022

EnglishGreek
greek-news-and-Radio-FL-logo

Η Ελληνική εφημερίδα και το Ελληνικό Ραδιόφωνο της Florida
The Greek Newspaper and the Greek Radio of Florida

EnglishGreek

Σε εκείνους που σκέπτονται πως η Ελλάδα σήμερα δεν έχει καμία σημασία ας μου επιτραπεί να πω ότι δεν θα μπορούσαν να κάνουν μεγαλύτερο λάθος. Η σημερινή, όπως και η παλιά Ελλάδα, έχει υψίστη σημασία για οποιονδήποτε ψάχνει να βρει τον εαυτό του.

Χένρυ Μίλλερ, 1891-1980, Αμερικανός συγγραφέας

greek-news-and-Radio-FL-logo
EnglishGreek
Χριστίνα Μουστακλή

Χριστίνα Μουστακλή: Το Ζην Επικινδύνως και η νεώτερη ελληνική ιστορία σε μια συνέντευξη

13 Oct, 2022

Η συνάντησή μου με την κυρία Χριστίνα Μουστακλή, ήταν μια συνάντηση με την νεώτερη ελληνική ιστορία. Έτσι αισθάνθηκα, να ακούω με την φωνή της γεγονότα της ζωής της, αλλά και της ζωής όλων μας λίγο ως πολύ. Η παρουσία του Σπύρου Μουστακλή έντονη μέσα στον χώρο της: εφημερίδες, φωτογραφίες, βιβλία, τα ρούχα του, το στρατιωτικό του πηλίκιο, το όνομά του παντού. Στο βάθος, οι πίνακες της ίδιας (“έμαθα μόνη μου να ζωγραφίζω, καταπιάνομαι με διάφορα πράγματα, μου αρέσει”).

Και ο σκοπός της συζήτησης να πηγαίνει και να έρχεται στο μυαλό μου, γιατί με τόσο έντονη την παρουσία αυτού του Άνδρα, εγώ παρ’ όλα αυτά βρίσκομαι εκεί για να μάθω για την Γυναίκα.

Για την ίδια την κυρία Χριστίνα Δημητρακάκη – Μουστακλή, και την δύναμη που έδειξε στην ζωή της.

 

 

Θα μου επιτρέψετε να σας συστηθώ. Λέγομαι Χριστίνα Δημητρακάκη – Μουστακλή. Δημητρακάκη είναι το όνομά μου το οικογενειακό, και Μουστακλή είναι το όνομα του συζύγου μου. Κατάγομαι από το Αλεποχώρι του Νομού Αρκαδίας. Το Αλεποχώρι είναι ένα χωριό, το οποίο είναι πολύ κοντά στην Τρίπολη, και πολύ κοντά στα σύνορα Λακωνίας – Αρκαδίας. Ο πατέρας μου ήταν δάσκαλος, αλλά δεν τον γνώρισα. Δυστυχώς μετά την κατοχή από τους Γερμανούς, με τον Εμφύλιο, οι αντάρτες από διπλανό χωριό ήρθαν και τον πήραν από το σχολείο. Η μαμά μου τους γνώρισε όταν τους είδε, τους ρώτησε “τί θέλετε”; της είπαν “θέλουμε να ρωτήσουμε κάτι τον δάσκαλο και θα γυρίσει πάλι”. Δεν γύρισε. Μάθαμε αργότερα ότι τον είχαν συλλάβει με άλλους μαζί, τους γυρίζανε από χωριό σε χωριό, δεν μπορούσαμε να κάνουμε κάτι. Μετά από τέσσερις μήνες μάθαμε ότι σκοτωθήκανε στο Ζυγοβίστι κοντά στην Δημητσάνα, μαζί με άλλους τέσσερις δασκάλους. Εγώ ήμουν 4 ή 4,5 χρόνων (γεννήθηκα το 1939), η αδελφή μου 2,5 και η μαμά μου 27 χρόνων. Μείναμε μόνοι. Η μία κόρη του παππού μου ήταν παντρεμένη στην Σπάρτη, και η άλλη στην Βοστώνη της Αμερικής. Η μαμά μου είχε δύο μικρά παιδιά και την περιουσία της, έπρεπε να πηγαίνει στα κτήματα, γιατί πώς θα ζούσαμε; Πηγαίναμε μετά στο σχολείο, αλλά οι Γερμανοί με την κατοχή είχαν καθίσει στο χωριό μας, είχαν στρατοπεδεύσει δηλαδή εκεί, και φεύγοντας σκοτώσανε ανθρώπους και πήρανε τα τρόφιμα, κατέστρεψαν σπίτια. Μετά, οι δοσίλογοι και οι αντάρτες μπήκαν στα σπίτια και τα άδειασαν. Οι Γερμανοί δηλαδή έκαναν το πρώτο κακό, αλλά το μεγάλο κακό στο χωριό το έκαναν μετά οι δοσίλογοι, οι συνεργάτες των Γερμανών, αυτοί πήραν ό,τι υπήρχε και δεν υπήρχε. Οι Γερμανοί δεν πήραν πράγματα από τα σπίτια, μπορεί να πήραν χρήματα και χρυσαφικά, αλλά τί θα παίρνανε; καρέκλες; κουβέρτες; έπιπλα; όχι βέβαια, τίποτα. Ήρθανε λοιπόν οι δοσίλογοι από την μία μερά και οι αντάρτες από την άλλη, και σκοτώσανε κόσμο και δεν αφήσανε τίποτα. Το κάθε σπίτι το καταστρέψανε, και πήραν τα πάντα. Όπως έλεγε η μαμά μου “ούτε καρφί στον τοίχο”. Τα σπίτια ήταν τελείως άδεια, πηρούνια, κουτάλια, αξινάρια, ρούχα, εσώρουχα, πιάτα, ντουλάπια, τραπέζια, ό,τι μπορούσαν. Έτσι ο κόσμος δεν είχε ούτε να φάει τίποτα, αλλά ούτε και να ντυθεί. Ο φόβος κάθε βράδυ, να κλείσουμε τα παράθυρα και τις πόρτες, και ήμασταν μικρά παιδιά.

Είχε αρχίσει πια ο εμφύλιος και άκουγα να λένε “στην Σπάρτη σκοτώθηκε εκείνος”, “στα βουνά σκοτώθηκε ο τάδε”, “εκεί βρήκαν το κεφάλι εκεινού”, σας τα λέω όπως τα έζησα, ή “τον δάσκαλο εκεί τον σκοτώσανε”, ή “του πήραν τα ζώα” κ.λπ.
Στο χωριό που βρίσκεται η Μονή Καλτεζών υπηρετούσε ο πατέρας μου και είχε φίλους σε ένα σπίτι. Οι αντάρτες πήγαιναν το βράδυ και έκαναν συνεδρίαση κάτω από το υπόγειο σε αυτό το σπίτι, στο κατώι. Άκουγε τί έλεγαν. Έλεγαν τα προγράμματά τους, και τελείωναν με την φράση “Πάς εις σημαίνων σε κάθε χωριό, θα εκτελείται αν δεν ασπαστεί το κόμμα”.

Έτσι ακούσαμε ότι σκοτώνανε “σημαίνοντες” ανθρώπους κυρίως, δηλαδή ανθρώπους μορφωμένους που είχαν μια επίδραση στον κόσμο, δασκάλους, γιατρούς κ.λπ. Να μην μαθαίνουν τον κόσμο γράμματα. Το σχολείο του πατέρα μου το είχαν καταστρέψει, δεν είχαν αφήσει ούτε θρανία, ούτε πίνακα, τίποτα. Οι συγγενείς της μαμάς μου ήταν εδώ, στην Αθήνα, και την ειδοποίησαν να έρθει για να μην μας σκοτώσουν. Στην Αθήνα βέβαια δεν είχαν να φάνε, και ο πατέρας μου απάντησε “είμαστε τέσσερις άνθρωποι, δεν μπορώ να σας επιβαρύνω, και εξ άλλου είμαι δημόσιος υπάλληλος, δεν μπορώ να φύγω από την υπηρεσία μου”. Του έλεγαν “μα δάσκαλε, το σχολείο είναι καμμένο και τα βιβλία κατεστραμμένα, πώς θα κάνεις μάθημα”; “Όχι, θα μαζεύω τα παιδιά στο σπίτι μου και θα τους μαθαίνω σε σκαμνάκια. Δεν θέλω να αφήσω τα παιδιά του κόσμου στραβά”. Αλλά, δυστυχώς, άφησε τα δικά του ορφανά.

Μετά θυμάμαι, πολλοί, όπως και ο παππούς μου πριν την Κατοχή, είχαν πάει στην Αμερική, και μετά με την κατοχή άρχισαν να στέλνουν μπαούλα με ρούχα και επιταγές. Το θυμάμαι, σε κάθε σπίτι περιμένανε “τα τάλαρα” που λέγανε, και άρχισαν πολλοί να φεύγουν, όσοι είχαν δικούς τους στην Αμερική.

Στέλνανε λεφτά να παντρευτούν τα κορίτσια, τρόφιμα και ρούχα. Όσοι ετοιμάζονταν να πάνε στην Αμερική, έπρεπε να μαζέψουν πολλά χαρτιά, να εξεταστούν για τα πολιτικά τους φρονήματα, να περάσουν από γιατρούς και βέβαια αν ήταν και κοπέλες, προσπαθούσαν να πάνε και με κάποια προίκα, ένα σεντόνι, μια κουβέρτα, τις ετοίμαζαν για να πάνε και να βρουν γαμπρό και να ζήσουν εκεί. Έτσι επέζησαν στο χωριό μου, περίμεναν “το τσέκι” που έλεγαν. Η θεία μου ήταν στην Βοστώνη, και τα κοριτσάκια φοράγανε φορέματα, κορδέλλες για τα μαλλιά μας είχαν στείλει κι εμάς. Είχα στενοχωρηθεί όμως γιατί, όταν κάποιος ήταν να φύγει, έπρεπε το βράδυ να πάμε να τον χαιρετήσουμε στο σπίτι, να κάνει ένα τραπέζι, και έβλεπα την στενοχώρια που είχαν όλοι, είτε ήταν νέα αγόρια είτε γυναίκες. Ο αποχαιρετισμός. Γι’ αυτό θέλω να πω αυτό που με έμαθε μια δασκάλα, θεία μου, εδώ στην Αθήνα που ήρθα: “Μισεύω και τα μάτια μου δακρύζουν λυπημένα”, το ξέρετε;

“…Αχ, πατρίδα μου γλυκειά, πόσο σ’ αγαπώ βαθειά”… ναι, το ξέρω. Το μαθαίναμε στο σχολείο.

Φύγανε πολλοί για Αμερική, Αυστραλία και Καναδά, οι παππούδες έστελναν πάντα χρήματα για να παντρευτούν τα κορίτσια, γιατί αν δεν είχαν κάποιον να τους στέλνει χρήματα δεν θα ήταν εύκολο να παντρευτούν στο χωριό. Όλοι αυτοί, έκαναν προκοπή και είμαι πολύ περήφανοι για τους Έλληνες που πήγαν στην Αμερική. Έκαναν προκοπή. Πέρασαν κι εκείνοι δύσκολα, όμως τίμησαν τις οικογένειές τους. Μια γιαγιά λάμβανε από τον εγγονό της ρούχα και σκοκολάτες και ζάχαρη, μας έλεγε “ελάτε να σας φιλέψω ένα τσοκολάτο”. Είναι μορφωμένοι, παρ’ όλο που δεν είχαν προφτάσει να μορφωθούν εδώ, όμως έκαναν προκοπή. Το άλλο που χαίρομαι και συγκινούμαι και τους συγχαίρω, είναι που κρατανε τα ήθη και τα έθιμα. Είναι μεγάλο γεγονός αυτό.

Με μεγάλη αγάπη και πειθαρχία.

Γιατί σιγά – σιγά εδώ αρχίζουμε να τα ξεχνάμε και θα ήθελα να τους ζητήσω να τα λένε και στα παιδιά τους όσο μπορούν, γιατί η ιστορία της Ελλάδας είναι μεγάλη, και με συγκινεί αυτό, αισθάνομαι υποχρέωση. Είμαι πιο πολύ υπερήφανη γιατί με την ιατρική που ασχολούμαι, διαβάζω για τους Έλληνες που έχουν διαπρέψει στην Αμερική. Και σε άλλες επιστήμες βέβαια, αλλά λέω για την δική μου την επιστήμη τώρα. Επισκέφθηκα και εγώ την Αμερική, πήγαμε για τον Σπύρο Μουστακλή, μας κάλεσε στο Κογκρέσο ο Κέννεντυ, έγινε πολύ μεγάλη ιστορία τότε, επί χούντας. Το ταξίδι έγινε το 1974, Χριστούγεννα. Ο τότε μεγάλος δημοσιογράφος, ο Ηλίας Δημητρακόπουλος, έκανε πολύ μεγάλη προσπάθεια για να καταφέρουμε να πάμε στην Αμερική, γιατί ο Σπύρος Μουστακλής ήταν θύμα της δικτατορίας. Στην Αμερική έλεγαν “εντάξει, έγινε η δικτατορία, αλλά δεν υπάρχουν θύματα”. Αυτό πίστευαν. Πήγαμε στο μεγάλο στρατιωτικό νοσοκομείο, καθίσαμε αρκετές ημέρες, πήγαμε στο Κογκρέσο, σε εφημερίδες, πήγαμε και στο Χάρβαρντ, ένα ραντεβού που είχε κανονίσει ο Κέννεντυ.

.

Η παρουσία σας εκεί τί χαρακτήρα είχε;

Ο κόσμος είδε ότι η δικτατορία στην Ελλάδα είχε θύματα. Βασανιστήρια και όλα αυτά. Και γι’ αυτό πήγαμε και στο νοσοκομείο όπου ο Κέννεντυ είχα κανονίσει να δουν τον Σπύρο Μουστακλή ένας νευρολόγος και ένας νευροχειρούργος, ο dr. Μπαλαντάϊν, που ήταν ο Πρόεδρος των Νευροχειρουργών όλης της Αμερικής. Τον Σπύρο τον είχα σε αναπηρικό καροτσάκι, και δεν άφησε ο dr Μπαλαντάϊν να τον σπρώξουμε, τον έσπρωξε ο ίδιος. Και έκανα μια σύγκριση με αυτό που συνέβαινε στην Ελλάδα. Οι γιατροί εδώ τον περιφρονούσαν τόσο, δεν του έδιναν σημασία.

 

 

Ο Σπύρος Μουστακλής είχε καταφέρει να γεφυρώσει αριστερά και δεξιά. Δεν είχε σημασία η αριστερά και η δεξιά σε αυτή την ιστορία, όσο το ότι πάλεψε για την δημοκρατία, για το δίκαιο, ανεξάρτητα από τοποθέτηση.

Αυτό που είπατε είναι! Κάνατε μια περίληψη όλης της ιστορίας. Είστε η πρώτη που το είπατε αυτό τόσο εύστοχα, αυτό είναι ακριβώς. Ένωσε τους Έλληνες.

Τον έχω δει να είναι κοντά με τον Αλέκο Παναγούλη ή τον Μάνο Κατράκη – άνθρωποι που ήταν δύσκολο να τους πλησιάσεις και να τους κάνεις να σε εμπιστευτούν – ήταν όμως ταυτόχρονα και στρατιωτικός.

Ακριβώς. Και είχε ταλαιπωρηθεί πολύ, πολιτικά. Όταν έγινε η χούντα ήταν ένα γεγονός πέρα από πολιτική. Έπρεπε να γίνει αντίσταση. Συνεργάστηκε με όλους, αρκεί να ήταν εναντίον της χούντας, αυτό προείχε. Σήμερα θα είναι αυτή η κυβέρνηση, αύριο η άλλη, αλλά η δικτατορία είναι μια σκλαβιά, είναι άλλο πράγμα. Έτσι είδε ότι έπρεπε να συνεργαστεί. Οι αντιστασιακές οργανώσεις δεν τον ενδιέφερε τί μέλη είχαν. Έλεγε “να φύγει η δικτατορία και ο καθ’ ένας μετά είναι ελεύθερος να αποφασίσει ό,τι θέλει”. Αγωνίστηκε με προσωπικότητες που είχαν την ίδια άποψη, άνθρωποι που ήξεραν και τους κινδύνους, δεν ήταν κάτι απλό. Ταλαιπωρήθηκαν με εξορίες, με φυλακές, αρρώστησαν, οι οικογένειες διαλύθηκαν. Ήταν στρατιωτικοί και τους είχαν ταπεινώσει. Έναν στρατηγό να του φέρονται οι στρατιώτες με τον χείριστο τρόπο… τί κράτος μπορεί να είναι αυτό;

Βλέπω στην ιστορία αυτή δύο γυναίκες πολύ δυνατές. Την μητέρα σας που έπρεπε να σταθεί στα πόδια της όταν σκότωσαν τον άντρα της, και εσάς που έπρεπε να σταθείτε στα πόδια σας μπροστά σε αυτή την κατάσταση.

Όταν έγινα δέκα ετών και τελείωσα το σχολείο, γίναμε και εμείς εσωτερικοί μετανάστες. Πήγαμε στην Κομοτηνή. Είπε η μαμά μου να μην πάω Γυμνάσιο στην Τρίπολη κι εγώ και η αδελφή μου, κάτι φοβήθηκε ποιός ξέρει, και μας έστειλε στην Κομοτηνή όπου ζούσε η αδελφή της. Κάθισα 8 χρόνια εκεί στους θείους μου που ήταν γιατροί. Εκεί γνώρισα τον Σπύρο Μουστακλή, που ήρθε μια μέρα γιατί πόναγε το δόντι του.

Από έναν πονόδοντο λοιπόν η γνωριμία.

Ακριβώς. Έγιναν φίλοι με την οικογένειά μου. Εμείς είμασταν εκεί σαν ξένοι στην Κομοτηνή, χαμουτζήδες όπως μας έλεγαν, ήταν κι αυτός στρατιωτικός, είχε στρατόπεδο μεγάλο η Κομοτηνή. Ήταν αξιωματικός από το Μεσολόγγι, άρα γνωριστήκαμε σε ξένο έδαφος. Όταν μετά από 8 χρόνια φύγαμε από εκεί, συνεχίστηκε η φιλία μας στην Αθήνα. Υπηρετούσε σε Ελληνοβουλγαρικά σύνορα και δεν τον βλέπαμε συχνά, στα οχυρά του Μεταξά. Τον έβλεπα ως φίλο τότε. Σιγά σιγά γίναμε πιο στενοί φίλοι. Το παιδί μου είναι παιδί της εξορίας. Παντρευτήκαμε το 1967 και το παιδί μου γεννήθηκε το 1972. Δεν ήθελα αμέσως να κάνω παιδί, γιατί έπρεπε να ανοίξω το ιατρείο, είχα οικονομικές υποχρεώσεις και περίμενα να ορθοποδήσω. Ο Σπύρος Μουστακλής μόλις έγινε η χούντα αποστρατεύτηκε, έπαιρνε την μισή σύνταξή του και εγώ έπρεπε να δουλέψω, είχα γραμμάτια, τα μηχανήματα που είχα αγοράσει, και δεν είχα κανέναν να με βοηθήσει. Μετά αποφάσισα να μείνω έγκυος, τότε όμως ήταν εξορία ο Σπύρος και έμεινα έγκυος σε ένα χωριό της Αρκαδίας, στο Άστρος Κυνουρίας. Έφυγε από εκεί, πήγε στην Σαμοθράκη και τα Χριστούγεννα ο Παπαδόπουλος έδωσε αμνηστία. Είπε όλοι οι φυλακισμένοι και εξόριστοι να αποφυλακιστούν. Γύρισε ο Σπύρος, και μετά από έναν μήνα περίπου γεννήθηκε η κόρη μας – ευτυχώς ήταν εδώ τότε. Βέβαια, ο Σπύρος Μουστακλής συνέχισε την αντίσταση, γιατί η χούντα συνέχιζε να υπάρχει. Αυτοί που γύρισαν από φυλακές και εξορίες συνέχισαν την αντίσταση.

Μου θυμίσατε μια φράση που είπε ο Σπύρος Μουστακλής σε μια πολύ ιδιαίτερη στιγμή. Το Vivere Pericolosamente.

Είναι τρομερό αυτό. Ήταν στην Πολυκλινική, τον είχαν βασανίσει την δεύτερη φορά που τον είχαν πιάσει και έδωσε ξανά ο Παπαδόπουλος αμνηστία στις 23 Αυγούστου, έτσι μπόρεσα να τον πάρω από το 401 στρατιωτικό νοσοκομείο, όπου δεν μπορούσα να του προσφέρω τίποτα. Ό,τι ήθελαν του έκαναν, δεν ήξερα τί είχε. Πιο πριν τον έψαχνα 47 ημέρες και δεν μου έλεγαν τίποτα. Πήγαινα κάθε μέρα στο ΕΑΤ-ΕΣΑ, επί 47 μέρες, έπαιρνα τηλέφωνα “δεν ξέρουμε, δεν ξέρουμε”. Και ήταν στο νοσοκομείο. Εάν το μάθαινα αμέσως, θα ήταν καλύτερα η κατάστασή του. Αυτοί τον πήρανε και τον είχανε σε άσχημη κατάσταση. Μια υπολοχαγός, όταν έφτασα στο νοσοκομείο, μου είπε κάτι που της ξέφυγε, ή δεν είχαν ορμηνέψει σωστά ακόμα, γιατί μετά δεν το ξαναείπε: “όταν τον είδα, ήταν σαν ένα κομμάτι συκώτι”. Έτσι τον βρήκα στο νοσοκομείο, παράλυτο. Γι’ αυτό δεν μπορούσαν να τον παρουσιάσουν, και περίμεναν 47 μέρες να συνέλθει, να φύγουν οι πληγές για να μπορεί να παρουσιαστεί. Τρέχαμε εν τω μεταξύ όλοι στην Deutche Velle, όπου μπορούσαμε, στέλναμε μηνύματα κρυφά, και τα ραδιόφωνα λέγανε από BBC, Deutche Velle, Μόσχα, ψάχνανε “πού είναι ο Μουστακλής”; Αυτοί είδανε ότι έγινε θόρυβος και έπρεπε να τον παρουσιάσουν. Όλον αυτό τον καιρό εγώ έλεγα μόνη μου “μπορεί να είναι και πεθαμένος”. Ή “μπορεί να μην είναι γερός”. Δεν μου έλεγε κανείς. Εγώ τον είδα με παράλυτο χέρι, με πληγές που δεν είχαν κλείσει, τον είδα με πληγές στο πόδι, παρ’ όλο που του κάνανε ακτινοβολία και φυσιοθεραπεία είδα κόκκινες γραμμές κάθετες στους μηρούς.

Το έζησε το Vivere Pericolosamente εκείνος.

Μου έκανε εντύπωση, γιατί εγώ αυτή την φράση την είχα μάθει στο Γυμνάσιο όταν κάναμε λατινικά. Μου αρέσουνε πολύ τα αρχαία ρητά, τα ήξερα απ’ έξω. Με το μήνυμα της αμνηστίας τον πήρα, αν και δεν ήθελαν, “γιατί να τον πάρεις, θα τον πας σε νοσοκομεία να ξοδεύεσαι, ενώ εδώ είναι καλά”; επέμενα. Είπαμε να πάμε στην Πολυκλινική στην Πειραιώς 3 στην Ομόνοια, όπου βρίσκονταν και οι φίλοι του Σπύρου που ήταν στην αντίσταση. 16 Νοεμβρίου άρχισε το Πολυτεχνείο, αυτό είναι λίγα μέτρα μακρύτερα από την Πολυκλινική. Η Αθήνα είχε γεμίσει τανκς, στο Σύνταγμα, στην Ομόνοια, παντού, δεν μπορούσε να κυκλοφορεί ο κόσμος ελεύθερα. Εγώ για να πάω από το Παγκράτι ως την Ομόνοια, χρειαζόμουν ένα χαρτί από την αστυνομία για να πηγαινοέρχομαι. Τον Σπύρο τον επισκέπτονταν φίλοι, παρ’ όλο που ήξεραν ότι τους παρακολουθούν. Υπήρχαν άνθρωποι που φορούσαν τάχα μπλούζα καθαριστή και έκαναν ότι καθάριζαν, ή μπλούζες γιατρού και παρακολουθούσαν. Οι φίλοι του μίλησαν για το Πολυτεχνείο, αλλά άκουγε και την φασαρία, τους πυροβολισμούς, τα ήξερε, τα είχε μάθει. Το βράδυ που πήγα κι εγώ, καθόμουν δίπλα του και μου λέει ξαφνικά: Vivere Pericolosamente. Φαντάσου. Από τότε που ο Σπύρος είχε πάθει ό,τι έπαθε, αναρωτιόμουν “καταλαβαίνει; δεν καταλαβαίνει; Ακούει; καταλαβαίνει τις λέξεις;” δεν ήμουν σίγουρη. Γιατί τον είχαν χτυπήσει στο κεφάλι, είχε μείνει και παράλυτος και δεν μπορούσε να μιλήσει. Δεν ήξερα, και είχα πάντα αυτή την αγωνία. Και άκουσα αυτή την φράση από το στόμα του ξαφνικά. Είπα “είναι ξένο αυτό” και δεν μίλησα, έμεινα με τον απόηχο αυτής της φράσης που δεν την θυμήθηκα αμέσως. Αλλά τί να πω, εδώ δεν μπορούσε να μιλήσει, δεν μπορούσε να πει το όνομά μου! και να μου μιλήσει ξαφνικά στα λατινικά; Είδε ο Σπύρος ότι δεν απάντησα και σε λίγο ξαναείπε “Ζην Επικινδύνως”. Όχι μόνο μου το μετέφρασε λοιπόν, αλλά πήρε με το αριστερό του χέρι το καλό, το δεξί που ήταν παράλυτο, το σήκωσε και το άφησε να πέσει στο κρεββάτι. Μου το είπε δηλαδή, μου το μετάφρασε και μου το εξήγησε στην πράξη. “Εγώ με το Ζην Επικινδύνως έμεινα παράλυτος, και γι’ αυτό δεν μπορώ να πάω με τα παιδιά στο Πολυτεχνείο”. Άλλος άνθρωπος δεν θα την έλεγε αυτή την φράση σε μια τέτοια κατάσταση υγείας. Είδατε το μυαλό του;

Εγώ θα έλεγα, η σπίθα του. Όταν ακολουθείς το δίκαιο, και το ζητάς, δεν ησυχάζεις, αυτό σε τρώει, δεν σε αφήνει να ηρεμήσεις.

Ήταν σπίθα όπως το είπες, είσαι πολύ περιγραφική. Βγήκε μια σπίθα από τα βάθη του μυαλού του.

Πώς βρίσκει την δύναμη μια γυναίκα μια τέτοια κατάσταση, να στηρίξει την οικογένειά της και τον άνθρωπο που αγαπάει;

Όταν πήγαινα στο Πανεπιστήμιο ήθελα να πάρω έναν τίτλο, μου άρεσε, και με είχαν βοηθό στην γναθοχειρουργική. Έτυχε μια μέρα να έρθει ο Σπύρος από εκεί και πήγαμε για φαγητό, μαζί με ένα ζευγάρι, ένας αξιωματικός με την γυναίκα του που ήταν υπολοχαγός σε στρατιωτικό νοσοκομείο. Μου μίλησαν για το νοσοκομείο όπου οι αρχίατροι έκαναν σοβαρές επεμβάσεις και μου άρεσε αυτό. Ήταν δύσκολο να μπεις εκεί όμως, ήταν μόνο για έκτακτα και βαρειά περιστατικά, για ατυχήματα. Τελικά φρόντισε ο Σπύρος να πάω και μάλιστα ήρθε και η αδελφή μου μαζί που ήταν φοιτήτρια, ως θύματα πολέμου, αφού είχαν σκοτώσει τον πατέρα μας. Εκεί είχαμε  να δουλέψουμε με σπασμένα κεφάλια, πόδια, αλλάζαμε το πρόσωπο, στέλναμε τμήματα στην Αμερική και μας τα έφτιαχναν. Ένα περιστατικό του έλειπε κομμάτι από το κρανίο και του βάλαμε ένα κομμάτι πλαστικό. Θυμάμαι μου έλεγε ο αρχίατρος, “τώρα που λείπει το κρανίο, βάλε το χέρι σου να δεις πώς χτυπάει το μυαλό”! Οι αρχίατροι αυτοί είχαν σπουδάσει στην Αμερική. Δεν υπήρχε τέτοιο άλλο νοσοκομείο στην Ελλάδα. Μετά εντάχθηκε στο 401. Όταν παντρεύτηκα τον Σπύρο ήθελα να πάω στην Βοστώνη, όπου υπήρχαν και όλα τα νοσοκομεία, για μεταπτυχιακό. Όταν έγινε η χούντα δεν μπορούσαμε να ταξιδέψουμε. Το όνομα του Σπύρου ήταν δοσμένο όπου υπήρχαν τραίνα, λεωφορεία, αεροπλάνα, καράβια, όπου υπήρχαν σταθμοί. Δεν μπορούσαμε να φύγουμε – και μετά πώς θα πήγαινα αφού ο Σπύρος ήταν άρρωστος;

Πώς άντεξα; Όταν παντρευτήκαμε, έπρεπε να ανοίξουμε το ιατρείο. Ο Σπύρος έμενε πάντα στο Παγκράτι και ψάξαμε να βρούμε σπίτι και ιατρείο μαζί. Εγώ από το σπίτι μου δεν είχα καμμία βοήθεια. Η μαμά μου ήταν πολύ διαφορετική, δεν ήθελε που παντρεύτηκα τον Σπύρο, έλεγε “γιατί τον έδιωξαν αυτόν, και δεν έδιωξαν και τον άλλον, ή εκείνον; άρα δεν είναι καλός άνθρωπος”. Δεν καταλάβαινε από δικτατορία η μαμά μου. Και οι αδερφές της δεν με βλέπανε πολύ καλά, γιατί είχα διαφορετική γνώμη. Είχα γνώμη. Ανακατευόμουν σε πολλά. Όταν παντρεύτηκα δεν πήρα τίποτα από το σπίτι, ούτε μια καρφίτσα. Ο Σπύρος είχε δυο σεντόνια και δυο κουβέρτες, που ήταν και στρατιωτικές, τις έβαψα, την μία πράσινη και την άλλη μπλε. Τίποτα δεν πήρα, μόνο τα ρούχα που φορούσα. Σιγά-σιγά πήρα πράγματα δικά μου, δεν ήθελα να ζητήσω να με βοηθήσουν σε κάτι. Σκέφτηκα ότι έπρεπε μόνη μου να σταθώ.

Ίσως με βοήθησε η επιστήμη μου να έχω θάρρος, δεν φοβόμουν τίποτα. Γι’ αυτό και στην Κομοτηνή μου λέγανε “εσύ, δεν έχεις επίγνωση του κινδύνου”. Το πρόβλημα του Σπύρου ήταν θέμα ιατρικό, οπότε ήταν θέματα της δουλειάς μου αυτά και ήξερα πώς να τα αντιμετωπίσω, είχα την εμπειρία αυτή. Πώς άντεξα; Δεν ξέρω. Είπα ότι πρέπει να αγωνιστώ και να μην ζητήσω βοήθεια. Δεν ξέρω ποιός μου έδωσε την δύναμη.

 

Όπως λέει και ο Καζαντζάκης, “αν δεν φτάσει ο άνθρωπος στην άκρη του γκρεμού, δεν βγάζει φτερά για να πετάξει”. Η ανάγκη σου δίνει τα φτερά.

Σωστά. Η ανάγκη και η υπερηφάνεια που είχα να μην φανώ αδύνατη. Δεν ήθελα. Όπως και για τον μπαμπά μου, που έψαχνα να βρω μια λύση. Έλεγα “κάτι έπρεπε να κάνω”. Ο μπαμπάς μου όμως ήταν σκοτωμένος μαζί με άλλους 4 δασκάλους (3 άντρες και 1 γυναίκα δασκάλα) σε υψόμετρο 1.030 μέτρα, σε μια τρύπα στο βουνό, σε δάσος με έλατα, κατηφορικό. Ήθελα να βρω τα οστά του, γιατί δεν ήθελα να λέει “εγώ άφησα δύο κορίτσια, τους άφησα σπίτι, περιουσία, την σύνταξή μου”. Έμαθα με τον καιρό που είναι το μέρος όπου τον σκότωσαν, πήγα στον στρατό να πάρω χάρτες για το κοντινό χωριό. Όσο υπήρχε η χούντα όμως δεν μπορούσα να πάω πάνω στο βουνό, γινόταν έλεγχος, και δεν ήξερα και πού ήταν ακριβώς. Μετά από χρόνια κατάφερα με μια ομάδα σπηλαιολόγων που κατέβηκαν κάτω με σχοινιά και εξοπλισμό, να συλλέξω όσα οστά υπήρχαν μέσα στην τρύπα, τα κράτησα, τα έπλυνα, τα έβαλα στην σειρά και έφτιαξα εκεί στον δρόμο με τσιμέντο και μια χάλκινη επιγραφή με τα ονόματά τους έναν σταυρό. Όταν ευχαρίστησα τους σπηλαιολόγους, τους είπα “ήταν χρέος μου”. Και μου είπαν “Κυρία Μουστακλή, το χρέος αυτό δεν ήταν δικό σας, ήταν δικό μας”. Ακόμα το λέω και ανατριχιάζω.

Έτσι είναι ο χαρακτήρας μου, δεν ήθελα να ζητήσω βοήθεια. Μετά πάλι ο κόσμος φοβόταν τότε, οι άνθρωποι έλεγαν διάφορα. Άλλοι δεν έρχονταν γιατί φοβόνταν που τους παρακολουθούσαν. Έμεινα μόνη μου με την βοήθεια του Θεού. Από την στενοχώρια μου έβγαλα έναν όγκο στον θυρεοειδή – πήγα σε έναν γιατρό στον Ευαγγελισμό και τον ρώτησα, “πώς το έβγαλα αυτό γιατρέ; δεν υπάρχει κληρονομικότητα στην οικογένεια”. Και μου λέει ο γιατρός “μου είπες παιδί μου ότι είσαι η κυρία Μουστακλή, και με ρωτάς πώς έβγαλες όγκο”;

 

Έχω μια απορία κυρία Μουστακλή. Γιατί αυτός που ακολουθεί το δίκαιο είναι πάντα ταπεινός και μαζεμένος στην στάση του σώματός του, ενώ ο άνθρωπος που βλάπτει, έχει πάντα μια στάση δύναμης στο σώμα του, μια έκταση; Στην δίκη των βασανιστών για παράδειγμα, την γνωρίζετε αυτή την εικόνα.

Να σας το πω εγώ. Καθίσαμε στην αίθουσα, από εδώ τα θύματα και από εδώ οι θύτες και ανάμεσα ένα κενό. Όταν βγήκαμε στο διάλειμμα ήταν η Αμαλία Φλέμινγκ και η μαμά του Παναγούλη εκεί. “Κυρία Φλέμινγκ, κυρία Αθηνά, εμείς είμαστε τα θύματα και οι θύτες μόνο που δεν μας σκοτώσανε εκεί μέσα”. Δείρανε κι έναν δημοσιογράφο μπροστά στα μάτια μου. Αυτοί ήταν τόσο δυνατοί, που όταν βγαίναμε θέλανε να μας επιτεθούν. Είχαν θράσος. Θράσος. Και μάλιστα μιλούσαν στρατηγοί, δικηγόροι, γιατί όλες οι αντιστασιακές οργανώσεις ήταν από καθηγητές πανεπιστημίου, μορφωμένοι άνρθωποι, και οι άλλοι τους έβριζαν. Αγρίεψε ως και ο Σπύρος, σηκώθηκε και έβγαλε το πουκάμισό του για να δείξει τις πληγές. Οι άνθρωποι που έχουν άδικο μάλλον το κάνουν για να επιβληθούν, να μην φανεί η αδυναμία τους.

Χαίρομαι πολύ για την συζήτηση που κάναμε, γιατί μέσα από αυτήν δεν έμαθα πιο πολλά για τον Σπύρο Μουστακλή. Αυτά τα γνωρίζουμε λίγο ως πολύ, τα διαβάζουμε. Έμαθα πιο πολλά για εσάς. Και εγώ ήθελα αυτό σήμερα, να δω την δύναμη της Γυναίκας, απέναντι στα προβλήματα.

Όλες οι γυναίκες που γνωρίζω τότε αντέξανε. Είχαν πάρει τους άντρες τους σε φυλακές, εξορίες, βασανιστήρια. Είχαν παιδιά, γονείς, και ποιός ξέρει και τί τους έλεγαν στα σπίτια τους, όπως εμένα μου έλεγε η μάνα μου “γιατί πιάσανε μόνο τον Σπύρο και όχι και τον άλλον; άρα ο Σπύρος έφταιγε”. Τα οικονομικά τους επίσης ήταν πρόβλημα, όταν έχεις άνθρωπο στην φυλακή. Τα θύματα στρατοδικείου δεν έχουν δικαίωμα για δικηγόρο. Ο βασανιστής έχει όμως δικαίωμα για δικηγόρο. Σκέψου να είναι ο άντρας στην εξορία, στην Σαμοθράκη, και να πρέπει η γυναίκα με παιδιά να πάει εκεί από την Κόρινθο, ή από τα Χανιά. Τότε το ταξίδι ήταν δύσκολο, δεν ήξεραν πού είναι κάν η Σαμοθράκη. Ήταν ταξίδι άγονης γραμμής, πόσα δρομολόγια υπήρχαν την εβδομάδα; Και με τί χρήματα αν υπήρχε οικονομικό πρόβλημα; Άλλοι είχαν άρρωστο άνθρωπο στην οικογένεια. Αυτοί μένοντας στην εξορία στο νησί ή στο χωριό, έκαναν νοικοκυριό, νοίκιαζαν ένα σπίτι, έπρεπε να φτιάξουν κατσαρόλα για να φάνε, κουβέρτες, δεν είναι έτσι; Με μια σύνταξη μισή, τα παιδιά τους τί θα έτρωγαν αν δεν δούλευε η γυναίκα; Κάποιοι χώρισαν, χώρισαν οικογένειες, έγιναν παράνομοι δεσμοί – άνθρωπος είσαι – άλλοι έχασαν τις καριέρες τους οι νέοι αξιωματικοί.

Εγώ με τον Σπύρο Μουστακλή, όταν ήταν εδώ, πηγαίναμε το βράδυ στα σπίτια όσων ξέραμε ότι είχαν άνθρωπο στην εξορία και τους λέγαμε “ναι, καλά είναι ο μπαμπάς σας, το παρακολουθούμε εμείς”, για να δώσουμε κουράγιο. Να δούμε και τί κάνει η γυναίκα. Ο Σπύρος γύριζε στα σπίτια εξορίστων και τους βοηθούσε όπως μπορούσε, το έμαθα μετά από άλλους, δεν μου έλεγε ποτέ.

Και τα παιδιά άκουγαν διάφορα για τους πατεράδες τους αν ήταν εξόριστοι, ή διάβαζαν από τις εφημερίδες να τους σχολιάζουν. Μου έλεγε μια γνωστή μου “κάνε την δουλειά σου και μην σε νοιάζει τί λένε οι άνθρωποι. Αν σε δουν να πηγαίνεις δυο φορές στην εκκλησία, θα πουν ότι τα έχεις με τον παππά. Γι’ αυτό, να μην σε νοιάζει”. Για μένα είπανε ότι τον είχα εγκαταλείψει τον Σπύρο, που πήγαινα κάθε μέρα να τον δω.

Πώς βλέπετε την κατάσταση σήμερα;

Εϊμαι απελπισμένη από κάθε πλευρά. Η Ελλάδα έχει χάσει αυτό που ήταν. Η παγκοσμιοποίηση έχει και καλά, άλλά έχει και κακά. Δεν είμαι πολιτικός, ή ιστορικός, ούτε οικονομολόγος, ξέρω να μετράω μέχρι τον λογαριασμό του μπακάλη. Είμαστε σε πολύ δύσκολη θέση όμως, δεν ξέρω πώς θα τα βολέψουμε. Στενοχωριέμαι γιατί τα θέματα αυτά όπως οι πόλεμοι, θα μπορούσαν να γίνουν αλλιώς. Είναι ντροπή για τον άνθρωπο, με την εξέλιξη που έχει, να φτάνει σε αυτό το σημείο. Τρία κακά συμβαίνουν αυτό τον καιρό, που είναι και τα τρία παγκόσμια: ο κορωνοϊός, ο πόλεμος και η κρίση. Δεν αφορούν αυτό το κράτος ή εκείνο, αλλά όλο τον κόσμο. Κι έπειτα, με στενοχωρεί που δεν σεβαστήκαμε τον πλανήτη Γη. Χωρίς την Γη δεν ζούμε, έχουμε την ανάγκη της. Γιατί δεν την σεβαστήκαμε; Αφού έχουμε βγάλει κάποια γνώση, κάποιους προφήτες, κάποια λογική, ας τα ακολουθήσουμε πια. Δεν ξέρω στους άλλους πλανήτες τί κάνουν, τί όντα μπορεί να υπάρχουν, μπορεί να υπάρχουν και να μην τα βλέπουμε. Αλλά εδώ, έχουμε ανάγκη την Γη. Σεβασμός. Να σεβόμαστε ο ένας τον άλλο. Γιατί να φοβίζεις τον άλλον με τα πυρηνικά; Και με ποιό δικαίωμα φτιάχνεις πυρηνικά και επεμβαίνεις στην Γη και την καταστρέφεις; Βρέθηκες εδώ. Σαν να πήγες μέσα σε ένα σπίτι και βρήκες όλα τα καλά και φιλοξενείσαι. Με ποιό δικαίωμα το καταστρέφεις;

 

 

Στο δημοτικό σχολείο, εμείς είχαμε ευχέρεια, αλλά δεν ήθελα να τρώω κρέας ούτε να πίνω γάλα, γιατί δεν είχαν και τα άλλα παιδιά. Δεν ήθελα να έχω και να μην έχουν. Μου έφερε η μητέρα μου το γάλα στο σχολείο, στον δάσκαλο, αλλά ούτε τότε το έπινα. Τα παιδιά δεν είχαν παπούτσια, προσπαθούσα κι εγώ να βγάζω τα παπούτσια μου. Δεν ήθελα.

 

 

Το εξώφυλλο του βιβλίου της Χριστίνας Δημητρακάκη Μουστακλή, με το εξαιρετικό χαρακτικό του Τάσσου.

 

 

Τα άρθρα που δημοσιεύουμε δεν απηχούν αναγκαστικά τις απόψεις μας και δεν δεσμεύουν παρά τους συγγραφείς τους. Η δημοσίευσή τους έχει να κάνει όχι με το αν συμφωνούμε με τις θέσεις που υιοθετούν, αλλά με το αν τα κρίνουμε ενδιαφέροντα για τους αναγνώστες μας.

Ακολουθήστε μας στο Facebook @grnewsradiofl

Ακολουθήστε μας στο Twitter @grnewsradiofl

 

Copyright 2021 Businessrise Group.  All rights reserved. Απαγορεύται ρητώς η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή ή αναδιανομή μέρους ή όλου του υλικού του ιστοχώρου χωρίς τις κάτωθι προυποθέσεις: Θα υπάρχει ενεργός σύνδεσμος προς το άρθρο ή την σελίδα. Ο ενεργός σύνδεσμος θα πρέπει να είναι do follow Όταν τα κείμενα υπογράφονται από συντάκτες, τότε θα πρέπει να περιλαμβάνεται το όνομα του συντάκτη και ο ενεργός σύνδεσμος που οδηγεί στο προφίλ του Το κείμενο δεν πρέπει να αλλοιώνεται σε καμία περίπτωση ή αν αυτό κρίνεται απαραίτητο να συμβεί, τότε θα πρέπει να είναι ξεκάθαρο στον αναγνώστη ποιο είναι το πρωτότυπο κείμενο και ποιες είναι οι προσθήκες ή οι αλλαγές. αν δεν πληρούνται αυτές οι προυποθέσεις, τότε το νομικό τμήμα μας θα προβεί σε καταγγελία DMCA, χωρίς ειδοποίηση, και θα προβεί σε όλες τις απαιτούμενες νομικές ενέργειες.

Άλλα Άρθρα

Pin It on Pinterest

Share This