Ω! αν μπορούσες να νιώσεις τον ερχομό μας.
Ω! αν μπορούσες να δεις το τελείωμα των αναπνοών μας
τίποτα δεν θα τελείωνε ποτέ
όλα θα ζούσαν για πάντα μέσα στο αχανές σύμπαν μας.
Και εκείνο το ολοκληρωμένο αύριο θα γινόταν τώρα.
Και εκείνα τα σκοραρισμένα κρεβάτια θα φιλοξενούσαν τα ακατάληπτα ακαταλαβίστικα θέλω μας που δεν θα πέθαιναν ποτέ.
Γιατί βαφτίστηκες με τα ρόδινα αγκάθια της αγάπης που μάτωσαν τις σάρκες μας.
Μα τώρα δεν πονούν πλέoν. Έχω ξεχάσει να αναφέρω τις ελπίδες
εκείνες τις ελπίδες που θα μας χάριζαν την τελειότητα
που θα μας χάριζαν κατακόκκινα πατήματα της καρδιάς.
Ποιος ξέρεις άραγε τι θα γινόταν?
Να θυμηθώ πως πάντα ήταν φλογερά τα μάτια σου, ήταν φωτιά πάνω στη σάρκα μας.
Δεν θα ξεχάσω το αύριο, τότε που μας περίμενε να το λουστούμε! όλο προσμονή και στιγμές αιωνιότητας. Κλείσε τα μάτια για να σβήσουν όλα εκείνα που έδιωξες
και απομονώθηκαν οι ζωές μας, να χαθούν από τα ξέφωτα του κόσμου.
Το σούρουπο πλησιάζει και πάντα σβήνει ο ήλιος. Ίσως όμως ανάψει το φεγγάρι
ποιος ξέρει άραγε πόσα φεγγάρια μας περιμένουν ξέχωρα.
Ω! μη ξεχάσω πως τώρα οι ζωές μας είναι ξέχωρες ξεχασμένες… Είναι όμως ξεχασμένες? Εγώ ξέρω τι είναι οι ζωές μας
εσύ άραγε το κατάλαβες ποτές?
Μα τι λέω πλέον τι όνειρα να κάνεις,
σε ξέχωρες ζωές που βαριανασαίνουν
Γιατί δεν αποκρίνεσαι. Γιατί? είσαι εδώ
πες μου.
Γιατί δεν φεύγεις.
Ω! αν μπορούσες να νιώσεις
να διαβάσεις ψυχές
όλα θα ήταν αλλιώς.
photo 1857643 / https://pixabay.com

















































