ΕΛ | EN
Greek-News-and-Radio-FL

Ελληνικά Νέα & Ραδιόφωνο στις ΗΠΑ
Greek News & Radio in the USA

Ελληνικά Νέα & Ραδιόφωνο στις ΗΠΑ
Greek News & Radio in the USA

Σε εκείνους που σκέπτονται πως η Ελλάδα σήμερα δεν έχει καμία σημασία ας μου επιτραπεί να πω ότι δεν θα μπορούσαν να κάνουν μεγαλύτερο λάθος. Η σημερινή, όπως και η παλιά Ελλάδα, έχει υψίστη σημασία για οποιονδήποτε ψάχνει να βρει τον εαυτό του.

Χένρυ Μίλλερ, 1891-1980, Αμερικανός συγγραφέας

Ένας αρχαίος μύθος που είναι ο μύθος του 21ου αιώνα

22 Apr, 2026
Ένας αρχαίος μύθος που είναι ο μύθος του 21ου αιώνα

photo https://www.schooltime.gr/2015/06/18/erisixthon-axortagos/

(Συνέχεια του άρθρου)

 

 

Καλλίμαχος  Ύμνος VI

ΕΙΣ ΔΗΜΗΤΡΑ

ΣΤΗ ΔΗΜΗΤΡΑ

Απόδοση   Θανάσης  Παπαθανασόπουλος

Όταν κατεβαίνει ο κάλαθος, να κράζετε γυναίκες:

«Δήμητρα μεγάλη χαίρε, πολυγόνιμη και πολυτρόφε».

Όταν κατεβαίνει ο κάλαθος, αμύητοι κοιτάξτε τον στο χώμα,

μην τον κοιτάτε από στέγη ή από ψηλά

5κι ούτε να τον κοιτάει παιδί, γυναίκα, ή και αυτή που θα ᾽χει τα μαλλιά λυμένα,

μήτε ο που φτύνει νηστικός με στεγνωμένο στόμα.

Ο Έσπερος τον είδε πάνω από τα σύννεφα — πότε θα έρθει;

Ο Έσπερος που μόνος έπεισε τη Δήμητρα να πιει νερό,

της αρπαγμένης κόρης της τα ίχνη όταν ζητούσε και δεν είχεν είδηση.

10Ω Σεβαστή, πώς μπόρεσαν τα πόδια να σε φέρουνε στη Δύση,

ώσμε τους μαύρους και τη γη που κάνει τα χρυσόμηλα;

Δεν ήπιες, ούτε κι έφαγες όλον εκείνο τον καιρό, ούτε και λούστηκες.

Και τρεις φορές εδιάβηκες τον Αχελώο με τις ασημένιες δίνες

και τρεις φορές επέρασες καθένα από τα ιερά αστείρευτα ποτάμια,

15και τρεις φορές κάθισες καταγής δίπλα στο πηγάδι, τον Καλλίχορο,

ηλιοφρυγμένη, διψασμένη, νηστική και άλουστη.

Μα ας μη λέμε αυτά που φέραν δάκρυα στη Δηώ.

Κάλλιο να τραγουδάμε για τα θέσμια που έδωσε στις πόλεις,

και πώς τα καλάμια και τις ιερές φουχτιές ήταν η πρώτη

20που έκοψε των σταχυών, αφήνοντας να τα πατούν τα βόδια,

την ώρα που ο Τριπτόλεμος μάθαινε την ευγενική της τέχνη.

Καλύτερα —ας αποφεύγει κανείς τις υπερβάσεις—

π. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . ἰδέσθαι.

 

Στην Κνιδία όχι ακόμα, μα στο ιερό το Δώτιο ήδη κατοικούσαν,

25όταν για σένα άλσος έφκιαξαν καλό οι Πελασγοί,

πυκνόδεντρο, που ανάμεσά του μόλις θα περνούσε βέλος.

Πεύκα σε τούτο ήτανε, φτελιές μεγάλες και αγριαπιδιές

κι ωραία γλυκόμηλα. Νερό κεχριμπαρένιο

ανάβλυζε από τις πηγές. Κι ευφραίνονταν στο χώρο τούτο η θεά,

30όπως και στην Ελευσίνα, στον Τριόπα και στην Έννα.

Μα όταν η ευπρέπεια χάθηκεν από τους Τριοπίδες,

τότες ο Ερυσίχθονας βουλήθη τα χειρότερα.

Είκοσι παίρνοντας βοηθούς και όλους στην ακμή τους,

όλους τους γιγαντόκορμους, να ξεπατώσουν αρκετούς ακέρια πόλη,

35μ᾽ αυτά τα δυο τούς όπλισε: πελέκια και αξίνες,

και δράμανε μ᾽ αναίδεια στης Δήμητρας το άλσος.

Ήταν εκεί και κάποια λεύκα δέντρο μέγα που άγγιζε τα αιθέρια

όπου και τέρπονταν τα μεσημέρια οι νύμφες.

Κι όπως πρωτοπληγώθηκεν αυτή, πόνου κραυγήν αφήνει και στις άλλες.

40Η Δήμητρα αιστάνθηκε ότι πονάει το ιερό το δέντρο

κι είπε οργισμένη: «Ποιός μου κόβει τα καλά δέντρα;»

Έλαβε αμέσως της Νικίππης τη μορφή, που ιέρεια οι πολίτες

δημόσια την ορίσανε, κι αφού πήρε στα χέρια

στεφάνια, παπαρούνες και στον ώμο κρέμασε κλειδί,

45είπε, να μαλακώσει τον κακό κι αναίσχυντο άντρα:

«Παιδί μου, που τα δέντρα κόβεις τ᾽ αφιερωμένα στους θεούς,

παιδί μου ησύχασε, αγαπημένο τέκνο στους γονείς σου,

πάψε, και τους βοηθούς σου απότρεψε μην κι οργιστεί

η Δήμητρα η Σεβάσμια, τον ιερό της τόπο που ξεκάνεις».

50Τότες εκείνος αγριοκοιτάζοντας, όπως τον κυνηγό

στα Τμάρια όρη αγριοκοιτάζει λιονταρίνα

που μόλις ξελεχώνεψε, κι έχει, όπως λένε, βλοσυρό το βλέμμα,

«φύγε, της είπε, μη σου μπήξω το μεγάλο μου πελέκι στο κορμί.

Μ᾽ αυτά τα ξύλα ωραία θα φκιάσω στέγη του σπιτιού μου, όπου τραπέζια

55πλούσια για τους συντρόφους μου κι ευχάριστα θα παραθέτω».

Ετούτα είπε το παιδί και η Νέμεση σημείωσε την ύβρη.

Η θεά εξοργίστηκε πολύ, τη θεϊκή μορφή της πάλι παίρνοντας.

Τα πόδια της στη γη, μα η κεφαλή της άγγιζε τον Όλυμπο.

Κι εκείνοι μισοπεθαμένοι από το φόβο όταν είδανε τη Σεβαστή,

60απότομα αρατίστηκαν, στους δρυς τα χάλκινά τους παρατώντας σύνεργα.

Τους άλλους άφησε η θεά να φύγουν, αφού απ᾽ ανάγκη τον ακολουθούσαν,

γιατί ήταν υποτακτικοί του, όμως έτσι μίλησε στον ασεβή αρχηγό τους:

«Ναι, ναι! τη στέγη φκιάξε σκυλομούρη, όπου τραπέζια

θα κάνεις. Θα ᾽ναι αργότερα συχνές οι ευωχίες σου».

65Αυτά είπε εκείνη, όμως βάσανα τρανά στον Ερυσίχθονα μαγείρεψε.

 

Σε φοβερόν αμέσως κι άγριο τον έβαλε λιμό,

μέσα σε κάψα δυνατή και ξέπεφτε απ᾽ αγιάτρευτην αρρώστια.

Ο δύστυχος όσα κι αν έτρωγε, για άλλα τόσα είχε τον πόθο αμέσως.

Είκοσι του μαγείρευαν, κρασί δώδεκα αντλούσαν.

Γιατί αντάμα με τη Δήμητρα και ο Διόνυσος οργίστηκε.

70Γιατί θυμώνει κι ο Διόνυσος μ᾽ όσα τη Δήμητρα εξοργίζουν.

Ούτε σε συμπόσια ούτε σε σύνδειπνα τον έπεμπαν

από ντροπή οι γονείς του, βρίσκοντας λογής προφάσεις.

Ήρθαν, στης Αθηνάς Ιτωνιάδας τους αγώνες

75τα παιδιά του Όρμενου να τον καλέσουν, μα έτσι αρνήθη η μάνα του:

«Δεν είναι μέσα, στην Κραννώνα πήγε χθες

να εισπράξει κάποιο χρέος εκατό βοδιών». Ήρθε και η Πολυξώ,

μητέρα του Ακτορίωνα, που ετοίμαζε το γάμο του παιδιού της,

σ᾽ αυτόν να προσκαλέσει τον Τριόπα και το γιο του.

80Βαρύθυμη η γυναίκα, κλαίγοντας τούτα τής είπε:

«Θα έρθει ο Τριόπας, όμως κάπρος πλήγωσε τον Ερυσίχθονα

στην Πίνδο με τις όμορφες πλαγιές κι αυτός εννέα ημέρες τώρα είναι στο στρώμα».

Ταλαίπωρη φιλότεκνη μητέρα, πόσες ψευτιές δεν σκάρωσες;

Τον καλούσε κάποιος σε συμπόσιο; «Στα ξένα ο Ερυσίχθονας».

85Κάποιος παντρεύονταν; «Τον Ερυσίχθονα χτύπησε δίσκος»

ή «έπεσεν από το άρμα του», ή «αριθμεί στην Όθρυ τα κοπάδια του».

Μα αυτός όλες τις μέρες βρίσκονταν στο σπίτι του και καταβρόχθιζε

τα πάντα. Κι όλο ταραζόταν η κοιλιά του

ως έτρωγε τα πάντα διαρκώς. Και οι τροφές σαν σε θαλάσσιο βυθό

90χωρίς καμιά ευχαρίστηση του κάκου κατεβαίναν.

Όπως πάνω στον Μίμαντα λιώνει το χιόνι κι όπως στον ήλιο το κηρί,

έτσι και τούτος έλιωνε περσότερο απ᾽ αυτά, ωσότου

οι ίνες και τα οστά μονάχα μείναν στον ταλαίπωρο.

Κι έκλαιγεν η μητέρα του και βαρυστέναζαν οι δύο αδελφές του,

95κι εκείνη που τον θήλασε, καθώς και δέκα δούλες.

Τότε ο Τριόπας στ᾽ άσπρα του μαλλιά απίθωσε τα χέρια

κι είπε στον Ποσειδώνα που δεν ήθελε να τον ακούσει:

«Ψευτοπατέρα, ιδές αυτόν, όπου στην τρίτη σου γενιάν ανήκει, αν βέβαια κι εγώ

απ᾽ της Κανάκης, της κόρης του Αιόλου τη γενιά κρατώ. Μα από μένα

100γεννήθηκε το άθλιον ετούτο τέκνο. Και μακάρι αυτό,

χτυπημένο απ᾽ τον Απόλλωνα τα χέρια μου να θάβαν με τιμές.

Τώρα μπροστά στα μάτια μου δεν είναι πια παρά η ίδια η Πείνα.

Ή διώξε του τη φοβερή τη νόσο, ή εσύ ο ίδιος

για να τον τρέφεις πάρε τον, αφού αδειάσαν τα τραπέζια τα δικά μου,

105τα μαντριά μου ρήμαξαν, άδειες και οι αυλές μου

από τετράποδα, και οι μάγειροι μ᾽ απαρατήσανε».

Αλλά και τα μουλάρια του μεγάλου άρματος τα ξέζεψαν

και τη δαμάλαν έφαγε που έτρεφε η μητέρα του για την Εστία,

καθώς επίσης και τον αθλοφόρον ίππο τον πολεμικό,

110ακόμα και τη γάτα που την έτρεμαν οι ποντικοί.

Κι όσον καιρό κάτι υπήρχε μες στο σπίτι του Τριόπα,

γνώριζε το κακό μονάχα η φαμελιά του.

Μα αφού τον πλούσιον οίκο μας ροκάνισαν τα δόντια του,

τότες ο γιος του βασιλιά καθόταν στις τριόδους,

115ψίχουλα επαιτώντας απ᾽ τα μαγειρεία κι αποφάγια.

Ω Δήμητρα, ας μην είναι φίλος μου αυτός που εσύ απεχθάνεσαι,

ούτε και γείτονάς μου· οι εχθροί σου γείτονές μου είναι κακοί.

Τραγουδάτε οι παρθένες και οι γυναίκες ανυμνείτε:

«Δήμητρα μεγάλη, χαίρε, γονιμότατη και πολυτρόφε».

120Κι όπως φέρνουνε τον κάλαθον ίπποι λευκότριχοι

τέσσερις, έτσι και σ᾽ εμάς η τρανή θεά η πολυκυβερνήτρα

να φέρει το λευκόν έαρ, το λευκό θέρος και τη χειμωνιά

και το φθινόπωρο, φυλάγοντάς μας και στο χρόνο που ᾽ρχεται.

Κι όποιες μας απέδιλες και αμαντίλωτες στο άστυ περπατούμε,

125τα πόδια και τις κεφαλές μας πάντα να ᾽χουμε γερά.

Κι όπως οι καλαθοφόρες κουβαλούν καλάθια με χρυσό γεμάτα,

όμοια κι εμείς με αφθονία το χρυσάφι να χαιρόμαστε.

Ώσμε το πρυτανείο της πόλης οι αμύητες να πάνε,

όμως οι μυημένες τη θεά να συντροφέψουνε μαζί,

130όσες είναι κάτω απ᾽ τα εξήντα. Μα οι γεροντότερες,

κι όποια βοήθεια απ᾽ την Ειλείθυια ζήτησε, κι όποια έχει πόνους,

ας περπατήσουν ώς εκεί που τους βαστούν τα πόδια. Η Δηώ σε τούτες

όλα θα τα δώσει άφθονα και κάποτε θα δυνηθούν να πάνε ώς το ναό.

Χαίρε θεά και φύλαγε την πόλη φέρνοντας ομόνοια

135μα και συντροφικότητα. Και φέρε απ᾽ τους αγρούς τα πάντα νόστιμα.

Φέρε βόδια, φέρε μήλα, φέρε στάχυα, φέρε θερισμούς,

φέρε και ειρήνη. Κι όποιος καλλιέργησε, και να μαζέψει.

Πολυπαράκλητη ελέησέ με, εσύ μεγάλη στις θεές ανάμεσα.

 

 

 

 

Καλλίμαχος Ύμνος VI  ΕΙΣ ΔΗΜΗΤΡΑ

Αρχαίον Κείμενον

 

Τῶ καλάθω κατιόντος ἐπιφθέγξασθε, γυναῖκες·

«Δάματερ μέγα χαῖρε, πολυτρόφε, πουλυμέδιμνε.»

τὸν κάλαθον κατιόντα χαμαὶ θασεῖσθε βέβαλοι,

μηδ᾽ ἀπὸ τῶ τέγεος μηδ᾽ ὑψόθεν αὐγάσσησθε,

5μὴ παῖς μηδὲ γυνὰ μηδ᾽ ἃ κατεχεύατο χαίταν,

μηδ᾽ ὅκ᾽ ἀφ᾽ αὑαλέων στομάτων πτύωμες ἄπαστοι.

Ἕσπερος ἐκ νεφέων ἐσκέψατο —πανίκα νεῖται;—

Ἕσπερος, ὅς τε πιεῖν Δαμάτερα μῶνος ἔπεισεν,

ἁρπαγίμας ὅκ᾽ ἄπυστα μετέστιχεν ἴχνια κώρας.

10πότνια, πῶς σε δύναντο πόδες φέρεν ἔστ᾽ ἐπὶ δυθμάς,

ἔστ᾽ ἐπὶ τὼς μέλανας καὶ ὅπα τὰ χρύσεα μᾶλα;

οὐ πίες οὔτ᾽ ἄρ᾽ ἔδες τῆνον χρόνον οὐδὲ λοέσσω.

τρὶς μὲν δὴ διέβας Ἀχελώιον ἀργυροδίναν,

τοσσάκι δ᾽ ἀενάων ποταμῶν ἐπέρασας ἕκαστον,

15τρὶς δ᾽ ἐπὶ Καλλιχόρῳ χαμάδις ἐκαθίσσαο φρητί

αὐσταλέα ἄποτός τε, καὶ οὐ φάγες οὐδὲ λοέσσω.

μὴ μὴ ταῦτα λέγωμες ἃ δάκρυον ἄγαγε Δηοῖ.

κάλλιον, ὡς πολίεσσιν ἑαδότα τέθμια δῶκε·

κάλλιον, ὡς καλάμαν τε καὶ ἱερὰ δράγματα πράτα

20ἀσταχύων ἀπέκοψε καὶ ἐν βόας ἧκε πατῆσαι,

ἁνίκα Τριπτόλεμος ἀγαθὰν ἐδιδάσκετο τέχναν·

κάλλιον, ὡς —ἵνα καί τις ὑπερβασίας ἀλέηται—

π . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . ἰδέσθαι.

οὔπω τὰν Κνιδίαν, ἔτι Δώτιον ἱρὸν ἔναιον.

25τεῖδ᾽ αὐτᾷ καλὸν ἄλσος ἐποιήσαντο Πελασγοί,

δένδρεσιν ἀμφιλαφές· διά κεν μόλις ἦνθεν ὀιστός·

ἐν πίτυς, ἐν μεγάλαι πτελέαι ἔσαν, ἐν δὲ καὶ ὄχναι,

ἐν δὲ καλὰ γλυκύμαλα· τὸ δ᾽ ὥστ᾽ ἀλέκτρινον ὕδωρ

ἐξ ἀμαρᾶν ἀνέθυε· θεὰ δ᾽ ἐπεμαίνετο χώρῳ

30ὅσσον Ἐλευσῖνι, Τριοπᾷ θ᾽ ὅσον ὁκκόσον Ἔννᾳ.

ἀλλ᾽ ὅκα Τριοπίδαισιν ὁ δεξιὸς ἄχθετο δαίμων,

τουτάκις ἁ χείρων Ἐρυσίχθονος ἅψατο βωλά.

σεύατ᾽ ἔχων θεράποντας ἐείκοσι, πάντας ἐν ἀκμᾷ,

πάντας δ᾽ ἀνδρογίγαντας, ὅλαν πόλιν ἀρκίος ἆραι,

35ἀμφότερον πελέκεσσι καὶ ἀξίναισιν ὁπλίσσας·

ἐς δὲ τὸ τᾶς Δάματρος ἀναιδέες ἔδραμον ἄλσος.

ἦς δέ τις αἴγειρος, μέγα δένδρεον αἰθέρι κῦρον,

τῷ ἔπι ταὶ νύμφαι ποτὶ τὤνδιον ἑψιόωντο·

ἃ πράτα πλαγεῖσα κακὸν μέλος ἴαχεν ἄλλαις.

40ᾄσθετο Δαμάτηρ, ὅτι οἱ ξύλον ἱερὸν ἀλγεῖ,

εἶπε δὲ χωσαμένα· «τίς μοι καλὰ δένδρεα κόπτει;»

αὐτίκα Νικίππᾳ, τάν οἱ πόλις ἀράτειραν

δαμοσίαν ἔστασαν, ἐείσατο· γέντο δὲ χειρί

στέμματα καὶ μάκωνα, κατωμαδίαν δ᾽ ἔχε κλαῖδα.

45φᾶ δὲ παραψύχοισα κακὸν καὶ ἀναιδέα φῶτα·

«τέκνον, ὅτις τὰ θεοῖσιν ἀνειμένα δένδρεα κόπτεις,

τέκνον ἐλίνυσον, τέκνον πολύθεστε τοκεῦσι,

παύεο καὶ θεράποντας ἀπότρεπε, μή τι χαλεφθῇ

πότνια Δαμάτηρ, τᾶς ἱερὸν ἐκκεραΐζεις.»

50τὰν δ᾽ ἄρ᾽ ὑποβλέψας χαλεπώτερον ἠὲ κυναγόν

ὤρεσιν ἐν Τμαρίοισιν ὑποβλέπει ἄνδρα λέαινα

ὠμοτόκος, τᾶς φαντὶ πέλειν βλοσυρώτατον ὄμμα·

«χάζευ, ἔφα, μή τοι πέλεκυν μέγαν ἐν χροῒ πάξω.

ταῦτα δ᾽ ἐμὸν θησεῖ στεγανὸν δόμον, ᾧ ἔνι δαῖτας

55αἰὲν ἐμοῖς ἑτάροισιν ἄδην θυμαρέας ἀξῶ.»

εἶπεν ὁ παῖς, Νέμεσις δὲ κακὰν ἐγράψατο φωνάν.

Δαμάτηρ δ᾽ ἄφατόν τι κοτέσσατο, γείνατο δ᾽ ἁ θεύς·

ἴθματα μὲν χέρσω, κεφαλὰ δέ οἱ ἅψατ᾽ Ὀλύμπω.

οἳ μὲν ἄρ᾽ ἡμιθνῆτες, ἐπεὶ τὰν πότνιαν εἶδον,

60ἐξαπίνας ἀπόρουσαν ἐνὶ δρυσὶ χαλκὸν ἀφέντες.

ἃ δ᾽ ἄλλως μὲν ἔασεν, ἀναγκαίᾳ γὰρ ἕποντο

δεσποτικὰν ὑπὸ χεῖρα, βαρὺν δ᾽ ἀπαμείψατ᾽ ἄνακτα·

«ναὶ ναί, τεύχεο δῶμα, κύον κύον, ᾧ ἔνι δαῖτας

ποιησεῖς· θαμιναὶ γὰρ ἐς ὕστερον εἰλαπίναι τοι.»

65ἃ μὲν τόσσ᾽ εἰποῖσ᾽ Ἐρυσίχθονι τεῦχε πονηρά.

αὐτίκα οἱ χαλεπόν τε καὶ ἄγριον ἔμβαλε λιμόν,

αἴθωνα κρατερόν, μεγάλᾳ δ᾽ ἐστρεύγετο νούσῳ.

σχέτλιος, ὅσσα πάσαιτο, τόσων ἔχεν ἵμερος αὖτις.

εἴκατι δαῖτα πένοντο, δυώδεκα δ᾽ οἶνον ἄφυσσον·

καὶ γὰρ τᾷ Δάματρι συνωργίσθη Διόνυσος·

70τόσσα Διώνυσον γὰρ ἃ καὶ Δάματρα χαλέπτει.

οὔτε νιν εἰς ἐράνως οὔτε ξυνδείπνια πέμπον

αἰδόμενοι γονέες, προχανὰ δ᾽ εὑρίσκετο πᾶσα.

ἦνθον Ἰτωνιάδος νιν Ἀθαναίας ἐπ᾽ ἄεθλα

75Ὀρμενίδαι καλέοντες· ἀπ᾽ ὦν ἀρνήσατο μάτηρ·

«οὐκ ἔνδοι, χθιζὸς γὰρ ἐπὶ Κραννῶνα βέβακε,

τέλθος ἀπαιτησῶν ἑκατὸν βόας.» ἦνθε Πολυξώ,

μάτηρ Ἀκτορίωνος, ἐπεὶ γάμον ἄρτυε παιδί,

ἀμφότερον Τριόπαν τε καὶ υἱέα κικλήσκοισα.

80τὰν δὲ γυνὰ βαρύθυμος ἀμείβετο δάκρυ χέοισα·

«νεῖταί τοι Τριόπας, Ἐρυσίχθονα δ᾽ ἤλασε κάπρος

Πίνδον ἀν᾽ εὐάγκειαν, ὃ δ᾽ ἐννέα φάεα κεῖται.»

δειλαία φιλότεκνε, τί δ᾽ οὐκ ἐψεύσαο, μᾶτερ;

δαίνυεν εἰλαπίναν τις· «ἐν ἀλλοτρίοις Ἐρυσίχθων.»

85ἄγετό τις νύμφαν· «Ἐρυσίχθονα δίσκος ἔτυψεν»

ἢ «ἔπεσ᾽ ἐξ ἵππων», ἢ «ἐν Ὄθρυϊ ποίμνι᾽ ἀμιθρεῖ.»

ἐνδόμυχος δἤπειτα πανάμερος εἰλαπιναστάς

ἤσθιε μυρία πάντα· κακὰ δ᾽ ἐξάλλετο γαστήρ

αἰεὶ μᾶλλον ἔδοντι, τὰ δ᾽ ἐς βυθὸν οἷα θαλάσσας

90ἀλεμάτως ἀχάριστα κατέρρεεν εἴδατα πάντα.

ὡς δὲ Μίμαντι χιών, ὡς ἀελίῳ ἔνι πλαγγών,

καὶ τούτων ἔτι μεῖζον ἐτάκετο, μέσφ᾽ ἐπὶ † νευράς

δειλαίῳ ἶνές τε καὶ ὀστέα μῶνον ἔλειφθεν.

κλαῖε μὲν ἁ μάτηρ, βαρὺ δ᾽ ἔστενον αἱ δύ᾽ ἀδελφαί

95χὠ μαστὸς τὸν ἔπωνε καὶ αἱ δέκα πολλάκι δῶλαι.

καὶ δ᾽ αὐτὸς Τριόπας πολιαῖς ἐπὶ χεῖρας ἔβαλλε,

τοῖα τὸν οὐκ ἀίοντα Ποτειδάωνα καλιστρέων·

«ψευδοπάτωρ, ἴδε τόνδε τεοῦ τρίτον, εἴπερ ἐγὼ μέν

σεῦ τε καὶ Αἰολίδος Κανάκας γένος, αὐτὰρ ἐμεῖο

100τοῦτο τὸ δείλαιον γένετο βρέφος· αἴθε γὰρ αὐτόν

βλητὸν ὑπ᾽ Ἀπόλλωνος ἐμαὶ χέρες ἐκτερέιξαν·

νῦν δὲ κακὰ βούβρωστις ἐν ὀφθαλμοῖσι κάθηται.

ἤ οἱ ἀπόστασον χαλεπὰν νόσον, ἠέ νιν αὐτός

βόσκε λαβών· ἁμαὶ γὰρ ἀπειρήκαντι τράπεζαι.

105χῆραι μὲν μάνδραι, κενεαὶ δέ μοι αὔλιες ἤδη

τετραπόδων, ἤδη γὰρ ἀπαρνήσαντο μάγειροι.»

ἀλλὰ καὶ οὐρῆας μεγαλᾶν ὑπέλυσαν ἁμαξᾶν,

καὶ τὰν βῶν ἔφαγεν, τὰν Ἑστίᾳ ἔτρεφε μάτηρ,

καὶ τὸν ἀεθλοφόρον καὶ τὸν πολεμήιον ἵππον,

110καὶ τὰν αἴλουρον, τὰν ἔτρεμε θηρία μικκά.

μέσφ᾽ ὅκα μὲν Τριόπαο δόμοις ἔνι χρήματα κεῖτο,

μῶνοι ἄρ᾽ οἰκεῖοι θάλαμοι κακὸν ἠπίσταντο.

ἀλλ᾽ ὅκα τὸν βαθὺν οἶκον ἀνεξήραινον ὀδόντες,

καὶ τόχ᾽ ὁ τῶ βασιλῆος ἐνὶ τριόδοισι καθῆστο,

115αἰτίζων ἀκόλως τε καὶ ἔκβολα λύματα δαιτός.

Δάματερ, μὴ τῆνος ἐμὶν φίλος, ὅς τοι ἀπεχθής,

εἴη μηδ᾽ ὁμότοιχος· ἐμοὶ κακογείτονες ἐχθροί.

Ἄισατε παρθενικαί, καὶ ἐπιφθέγξασθε, τεκοῖσαι·

«Δάματερ μέγα χαῖρε, πολυτρόφε, πουλυμέδιμνε.»

120χὠς αἱ τὸν κάλαθον λευκότριχες ἵπποι ἄγοντι

τέσσαρες, ὣς ἁμὶν μεγάλα θεὸς εὐρυάνασσα

λευκὸν ἔαρ, λευκὸν δὲ θέρος καὶ χεῖμα φέροισα

ἡξεῖ καὶ φθινόπωρον, ἔτος δ᾽ εἰς ἄλλο φυλαξεῖ.

ὡς δ᾽ ἀπεδίλωτοι καὶ ἀνάμπυκες ἄστυ πατεῦμες,

ὣς πόδας, ὣς κεφαλὰς παναπηρέας ἕξομες αἰεί.

ὡς δ᾽ αἱ λικνοφόροι χρυσῶ πλέα λίκνα φέροντι,

ὣς ἁμὲς τὸν χρυσὸν ἀφειδέα πασαίμεσθα.

μέσφα τὰ τᾶς πόλιος πρυτανήια τὰς ἀτελέστως,

τὰς δὲ τελεσφορέας ποτὶ τὰν θεῦν ἄχρις ὁμαρτεῖν,

130αἵτινες ἑξήκοντα κατώτεραι· αἱ δὲ βαρεῖαι

χἄτις Ἐλειθυίᾳ τείνει χέρα χἄτις ἐν ἄλγει,

ὣς ἅλις, ὡς αὐτᾶν ἱκανὸν γόνυ· ταῖσι δὲ Δηώ

δωσεῖ πάντ᾽ ἐπίμεστα καὶ ὡς ποτὶ νηὸν ἵκωνται.

χαῖρε θεά, καὶ τάνδε σάω πόλιν ἔν θ᾽ ὁμονοίᾳ

135ἔν τ᾽ εὐηπελίᾳ, φέρε δ᾽ ἀγρόθι νόστιμα πάντα·

φέρβε βόας, φέρε μᾶλα, φέρε στάχυν, οἶσε θερισμόν·

φέρβε καὶ εἰράναν, ἵν᾽ ὃς ἄροσε τῆνος ἀμάσῃ.

ἵλαθί μοι, τρίλλιστε, μέγα κρείοισα θεάων.

 

Ο Παλαίφατος ήταν συγγραφέας άγνωστης εποχής από την Αίγυπτο ή την Αθήνα.

Στον Παλαίφατο αυτόν αποδίδεται συχνά (χωρίς όμως μεγάλη βεβαιότητα) και ένα μικρό έργο που διασώθηκε μέχρι σήμερα με τίτλο Παλαιφάτου Περί απίστων [περί απίστευτων ιστοριών. Η Σούδα πάντως το αναφέρει ως έργο του Παλαίφατου του Πάριου, ενώ ορισμένοι νεώτεροι μελετητές το αποδίδουν σε κάποιον ψευδο-Παλαίφατο, άγνωστο κατά τα άλλα.

Στο κείμενο αυτό ο Παλαίφατος (όποιος και αν ήταν αυτός) αφηγείται εν συντομία 52 μύθους και προσπαθεί να ανιχνεύσει το “πραγματικό” τους περιεχόμενο και την “αλήθεια” στην οποία αυτές παραπέμπουν. Το έργο θεωρείται επιτομή ενός μεγαλύτερου χαμένου συγγράμματος. Πρωτοεκδόθηκε στη Βενετία το 1505 από τον Άλδο Μανούτιο.

 

Περί Απίστων Παλαιφάτου

  1. [Περὶ Μήστρας.]

Περὶ Μήστρας τῆς Ἐρυσίχθονος φασὶν ὡς, ὁπότε βούλοιτο, ἀλλάσσειν τὴν ἰδέαν. ὃ μύθου καταγελάστου. πῶς γὰρ εἰκὸς ἐκ κόρης γενέσθαι βοῦν καὶ αὖθις κύνα ἢ ὄρνεον; τὸ δὲ ἀληθὲς ἔχει ὧδε. Ἐρυσίχθων ἦν ἀνὴρ Θετταλός, διαφθείρας δὲ τὰ χρήματα πένης ἐγένετο. ἦν δὲ θυγάτηρ αὐτῷ καλὴ καὶ ὡραία Μήστρα ὀνόματι· ὅστις δὲ εἶδεν αὐτήν, ἐπιθυμητικῶς διέκειτο. ἀργυρίῳ μὲν οὖν οἱ τότε ἄνθρωποι οὐκ ἐμνηστεύοντο, ἐδίδοσαν δὲ οἱ μὲν ἵππους, οἱ δὲ βοῦς, τινὲς δὲ πρόβατα ἢ ὅ τι ἂν ἐθέλῃ ἡ Μήστρα. ἔλεγον δὲ οἱ Θετταλοί, ὁρῶντες ἀθροιζόμενον τῷ Ἐρυσίχθονι τὸν βίον, “ἐγένετο ἐκ Μήστρας αὐτῷ καὶ ἵππος καὶ βοῦς καὶ τἄλλα.” ὅθεν ὁ μῦθος προσανεπλάσθη

 

(Συνεχίζεται)

 

 

photo https://www.schooltime.gr/2015/06/18/erisixthon-axortagos/ – SCHOOL TIME.GR

 

Τα άρθρα που δημοσιεύουμε δεν απηχούν αναγκαστικά τις απόψεις μας και δεν δεσμεύουν παρά τους συγγραφείς τους. Η δημοσίευσή τους έχει να κάνει όχι με το αν συμφωνούμε με τις θέσεις που υιοθετούν, αλλά με το αν τα κρίνουμε ενδιαφέροντα για τους αναγνώστες μας.

Ακολουθήστε μας στο Facebook @grnewsradiofl

Ακολουθήστε μας στο Twitter @grnewsradiofl

 

Copyright 2021 Businessrise Group.  All rights reserved. Απαγορεύται ρητώς η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή ή αναδιανομή μέρους ή όλου του υλικού του ιστοχώρου χωρίς τις κάτωθι προυποθέσεις: Θα υπάρχει ενεργός σύνδεσμος προς το άρθρο ή την σελίδα. Ο ενεργός σύνδεσμος θα πρέπει να είναι do follow Όταν τα κείμενα υπογράφονται από συντάκτες, τότε θα πρέπει να περιλαμβάνεται το όνομα του συντάκτη και ο ενεργός σύνδεσμος που οδηγεί στο προφίλ του Το κείμενο δεν πρέπει να αλλοιώνεται σε καμία περίπτωση ή αν αυτό κρίνεται απαραίτητο να συμβεί, τότε θα πρέπει να είναι ξεκάθαρο στον αναγνώστη ποιο είναι το πρωτότυπο κείμενο και ποιες είναι οι προσθήκες ή οι αλλαγές. αν δεν πληρούνται αυτές οι προυποθέσεις, τότε το νομικό τμήμα μας θα προβεί σε καταγγελία DMCA, χωρίς ειδοποίηση, και θα προβεί σε όλες τις απαιτούμενες νομικές ενέργειες.

Άλλα Άρθρα

Pin It on Pinterest