Ανυπότακτες οι σκέψεις τριγυρνούν στο νου μου.
Σπάνε τα τύμπανα του συλλογισμού, απαιτούν μια εξήγηση!
Οι λέξεις, στην άκρη του συναισθήματος, τρέμουν φοβισμένες.
Φοβούνται να πούνε την αλήθεια κι όλο πιο έντονα σιωπούνε.
Η νύχτα απλώνει τα φτερά της, σαν όρνιο ορμάει επάνω μου.
Τρώει τις κόρες της θωριάς, ικανοποιώντας το σαρκοβόρο ένστικτό της!
Οργώνω τον χρόνο παλεύοντας, μπας κι ανακαλύψω ένα σημάδι που να εκπέμπει φως… το φως της διεξόδου από το τούνελ της αοριστίας!
«Τυφλή»… ψηλαφίζω την ελπίδα.
Είναι καθηλωμένη στα βρόμικα πατώματα των καιρών.
Κουρασμένη απ’ τη βιοπάλη, εξαντλημένη, πουλάει και τ’ όνειρο.
Το μέλλον, κάτω από τη λαιμητόμο της καταπίεσης, αρχιτεκτονημένη πυραμίδα τεχνητών ιδεών!
Η φωνή μου, άηχη, ουρλιάζει! Θέλει να σκίσει το παρόν σε λουρίδες και με αυτές να δέσει το ανυπόφορο άγχος του αβέβαιου.
Η φωνή χτυπά επάνω στον άηχο τοίχο της πνιγμένης έκφρασης … κι επιστρέφει ματωμένη από το αδιέξοδο, για να αναλάβει ξανά το ίδιο μοτίβο πάλης.
Βιώνω το ίδιο παραμύθι από τότε που υπάρχω! Απαιτώντας μία εξήγηση, χρεώνω τον χρόνο της αδιέξοδης επανάληψης.
Ανάβω τους φανοστάτες της διαδρομής για να φωτίσω το ακούσιο φάσμα του αγώνα μου!
Απαιτώντας μία εξήγηση, ανακαλύπτω κάθε φορά την ίδια… ανακυκλώσιμη διαδρομή!
photo StockSnap, https://pixabay.com
















































