Ο συναισθηματικός αγώνας μιας σύγχρονης γυναίκας που βιώνει με πολλαπλές διαστάσεις το σήμερα και το χθες σε ένα βιβλίο με δύο θεματικές που ενώνουν παρελθόν και παρόν μέσω ενός ημερολογίου που φανερώνει μυστικά καλά φυλαγμένα.
Η συγγραφέας ακροβατεί από κεφάλαιο σε κεφάλαιο και από αφήγηση σε αφήγηση με εξαιρετικό τρόπο, δίχως να αφήνει χρονικά κενά και να συνδέει με άριστο τρόπο τις δύο ιστορίες, που θα μπορούσαν κάλλιστα να ήταν δύο ξεχωριστά αυτόνομα βιβλία.
Οι ηρωίδες τόσο κοντά η μία με την άλλη και ταυτόχρονα τόσο μακριά, να ζουν παράλληλες ζωές.
Σκοτεινές γυμνές σκέψεις καταγεγραμμένες σε ένα ημερολόγιο που προσπαθεί να κρύψει τις αλήθειες μιας ζωής. Ζωή γεμάτη αδικίες, εγωισμούς και αμαρτίες.
Αφήγηση με μία πλοκή που στον πυρήνα της προβάλει τις μίζερες υπαρξιακές αγωνίες του ανθρώπου. Οι δυο αφηγήσεις κουμπώνουν άρρηκτα μεταξύ τους κι έχουν χωροχρονική απόσταση. Εντέχνως με άριστη απόδοση η συγγραφέας καταφέρνει να συνενώσει δίχως αποκλίσεις.
Πρόκειται για ένα πολύτροπο και σύγχρονο κοινωνικό μυθιστόρημα με αληθοφανείς ήρωες μέσα σε μία ανατρεπτική πλοκή, καθώς αναλύεται μία ασυνήθιστη δράση στις διαπροσωπικές σχέσεις ποτέ μέσα στο φως της αλήθειας και άλλοτε μέσα στα σκοτάδια των καταστάσεων
Το εχθές, το σήμερα. Δυο γυναίκες με το ίδιο όνομα. Τάνια. Δυο γυναίκες που ζουν τις ίδιες καταστάσεις σε εποχές της δεκαετίας του ’50 και ’60. Εκείνη την εποχή, οι γονείς απαγόρευαν στα κορίτσια να σπουδάσουν, επειδή φοβόντουσαν ότι αυτό θα οδηγούσε τις γυναίκες στην παρανομία, ότι θα κατέστρεφαν τη ζωή τους. Έτσι, τις έστελναν για δουλειά. Αυτό που δεν σκεφτόντουσαν όμως, ή δεν γνώριζαν ήταν ότι όταν τα κορίτσια πήγαιναν για δουλειά στην ηλικία των 12 και 13 ετών, υπήρχε μεγάλη πιθανότητα – όπως και συνέβαινε άλλωστε – να τις βιάσουν εκτός των άλλων σοβαρών προβλημάτων που προκύπτανε στα κορίτσια όπως ψυχολογικά προβλήματα, εφόσον πήγαιναν σε ένα σκληρό περιβάλλον σε μια τέτοια τρυφερή ηλικία.
Οι γονείς τότε είχαν άγνοια της πραγματικότητας. Πάντρευαν τα κορίτσια από την ηλικία των 14 ετών με γαμπρό τον οποίο διάλεγαν οι ίδιοι. Πίστευαν, πως αφού διάλεξαν εκείνοι τον γαμπρό, η κόρη τους θα ήταν ευτυχισμένη. Όταν όμως άρχιζε η κακοποίηση από τους άντρες τους, οι γονείς δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι. Και που να ακουστεί το διαζύγιο εκείνη την εποχή, το θεωρούσαν μεγάλη ντροπή. Έτσι, δεν υπήρχε άλλη επιλογή από μέρους τους από το να αφήσουν την κόρη τους στα χέρια του άντρα της, να κακοποιείται.
Για αυτά που σας λέω τώρα, έχω αποδείξεις. Τα ημερολόγια λένε πάντα την αλήθεια.
Τα ημερολόγια είναι η κατάθεση ψυχής ενός ανθρώπου. Ενός ανθρώπου που γράφοντας ξεσπά και θέλοντας να αποτρέψει κάποιον άλλον να περάσει τα ίδια με εκείνον αν καποια στιγμη , το ημερολογιο πε3σει σε ξενα χερια . Κάτι το οποίο δεν είναι καθόλου εύκολο και σε κάνει πολύ ευάλωτο. Για αυτό, τα ημερολόγια είναι ίσως ο καλύτερος τρόπος να καταλάβουν οι γυναίκες που έχουν περάσει μια τόσο δύσκολη ζωή ότι δεν είναι μόνες σε αυτόν τον αγώνα και πως υπάρχει ελπίδα ξεφύγουν και να φτιάξουν τη ζωή τους. Να έχουν μια ζωή που τους αξίζει. Η Τάνια του Πάνου, η Τάνια του Γιώργου, η Τάνια του Μάρκου – όλες μια γυναίκα που προσπαθεί να νικήσει τους δαίμονες της ζωής της – η καταπίεση και η αγραμματωσιά των ανθρώπω που της έδωσαν την ανάσα της ζωής και πόσο εύκολα της την έπαιρναν κάθε μέρα. Και όταν πλέον βρήκε την άλλη Τάνια, με δέκα χρόνια διαφορά, είδε σε καθρέφτη την δική της παράλογη ζωή, αλλά ανακάλυψε και γιατί αυτή η σκληρότητα του πατέρα δυνάστη. Και έτρεξε να βρει την αδελφή της. Η εξάρτηση από τον Μάρκο, τον ξάνδερφο, η αλληλεξάρτηση. Ένας έρωτας από την μεριά του ξαδέλφου που έμεινε μόνος και προσπαθούσε πάντα να την τραβήξει κοντά του.
Και η Τάνια είχε βαφτίσει την σωτηρία που της είχε προσφέρει πολλές φορές στην ζωή της αγάπη και ένοιωθε υποχρέωση. Έτσι γίνεται πάντα όταν δεν λαμβάνουμε αγάπη, βαφτίζουμε το κάθε τί που μας προσφέρουν αφοσίωση και αγάπη. Οι χαρακτήρες πολύ καλά δομημένοι, έρχονταν στιγμές που νόμιζα ότι βρισκόμουν εκεί. Στην παραλία, να κάνω έρωτα με πάθος και να πίνω το κρασί μαζί με τον Πάνο!
Η σκηνή που ο πατέρας προσπαθεί να την στραγγαλίσει, ένοιωσα τα χέρια του στον λαιμό μου, τον τρόμο στην καρδιά μου, το βουβό κλάμα της όπως και άλλες σκηνές. Την ώρα που το μηχάνημα της πήρε το χέρι, πόσος πόνος υπήρχε στην καρδιά, για όλα αυτά που ζούσε, αλλά τον πόνο στο χέρι τον είχε παγώσει, δεν τον ένοιωθε. Και στο τέλος η εξομολόγηση, η αλήθεια της ζωής που τελικά, ο πόλεμος του `40 δεν ήταν μόνον μεταξύ Γερμανών και Ιταλών αλλά και των κατεστραμμένων στρατιωτών. Και οι οικογένειες που δημιούργησαν όλα τα προβλήματά τους, οι πόνοι, ο τρόμος του πολέμου πάγωσε τα συναισθήματά τους! Δημιούργησαν οικογένειες για τα μάτια του κόσμου. Δεν αγάπησαν. Και αν αγάπησαν, δεν το έδειξαν.
Πολλά συγχαρητήρια και, Δώρα, εύχομαι να βρίσκεται σε κάθε σπίτι ένα τέτοιο βιβλίο.
Καλοτάξιδο να είναι.























