Έχω κρύψει την αγάπη στης ψυχής τα βορεινά
για να μην την βρίσκουν ήλιε, τ΄ άγρια της γης θεριά.
Για να μην την βρούνε μόνη και την κλέψουν μια βραδιά,
και τι θ΄ απογίνω τότε μες στην μαύρη ερημιά.
Δες την έχω ντύσει ήλιε, με φορέματα χρυσά,
με κασκόλ και με παπούτσια για να περπατά ζεστά.
Στους ανέμους και στα χιόνια πάντα να χαμογελά,
και το δάκρυ της αν τρέξει, να ΄χει γεύση από χαρά.
Τούτη η αγάπη ήλιε, θέλω να με κυβερνά,
εκδρομή να με πηγαίνει σε παράξενα χωριά.
Να μου δείχνει ώριες λίμνες και ποτάμια δροσερά
και υψόμετρα που κρύβουν, αισθημάτων δειλινά.
Στις ανατολές να μ΄ ‘εχει πάνω στο ηλιόπλοιο,
τις αχτίδες ν΄ αγκαλιάζω σαν μικρό ναυτόπουλο.
Κι όταν θα ΄μαι κουρασμένος, να με παίρνει αγκαλιά,
και για ύπνο να με βάζει, όπως τα μικρά παιδιά…
Και ακόμα θέλω να ΄μαι, στ΄ όνειρο της ο ανθός,
ο απείραχτος που θα ΄χει, άρωμα και άγιο φως.
Μην φοβάμαι να κρατήσω όσο ζω την λάμπα της,
σαν πουλί ν΄ αποδημήσω κάποτε στα άστρα της.
photo Cle31 / https://pixabay.com






















