Ένα αφήγημα του Νίκου Γεωργουσόπουλου.
Ο Άγγελος και η Σοφία συναντήθηκαν για πρώτη φορά στη διασταύρωση των οδών Σοφοκλέους και Αθηνάς, όταν έτυχε την ίδια στιγμή να παίρνουν απ’ το ίδιο βαποράκι τη δόση τους. Ηρωινομανείς και οι δυο, άγνωστοι μέχρι τότε μεταξύ τους, αφού γνωρίστηκαν και αντάλλαξαν και κάποιες κουβέντες αποφάσισαν να πάνε να τρυπηθούν μαζί. Έφυγαν κατηφορίζοντας την οδό Σοφοκλέους με κατεύθυνση προς την οδό Πειραιώς και έστριψαν αριστερά στην οδό Μενάνδρου όπου και σταμάτησαν θεωρώντας ότι ο χώρος εκεί ήταν αυτό που ζητούσαν. Εκεί αφού ζέσταναν τη σκόνη βάζοντάς την μ’ ένα κουταλάκι πάνω απ’ τη φλόγα αναπτήρα και γέμισαν τη μοναδική σύριγγα που είχαν κι’ άδειασαν στη συνέχεια την ηρωίνη στις φλέβες των χεριών τους και γρήγορα βρέθηκαν κάτω από την επίδραση του ναρκωτικού, έγειραν στο πεζοδρόμιο για να απολαύσουν τα εξαιρετικά ευχάριστα αισθήματα που άμεσα άρχισε να τους προσφέρει η ουσία.
Η δόση πέρα από τα ευχάριστα αισθήματα που τους πρόσφερε και τις ευκαιρίες να αισθάνονται τις μεταμορφώσεις των πραγμάτων και του εαυτού τους, τους έριξε και σε μια κατάσταση υπνηλίας που κράτησε μέχρι νωρίς το πρωί που ξύπνησαν.
Ο Άγγελος, αφού άνοιξε τα μάτια και κοίταξε την Σοφία που είχε κι’ αυτή ξυπνήσει και έριξε και το βλέμμα του δεξιά κι’ αριστερά για να συνειδητοποιήσει που βρισκόταν, έβγαλε αμέσως τα τσιγάρα του να καπνίσει κι’ έτεινε το πακέτο και προς το μέρος της Σοφίας, η οποία του είπε ότι καλύτερα να καπνίσουν ένα και οι δυο μαζί και μετά να σηκωθούν να πάνε στην Αθηνάς να πάρουν καφέδες και αλκοόλ. Ανάβοντας ο Άγγελος το τσιγάρο το έδωσε να τραβήξει την πρώτη ρουφηξιά η Σοφία, η οποία αφού τράβηξε μια πολύ δυνατή ρουφηξιά του το έδωσε, ζητώντας του ταυτόχρονα να τη φιλήσει και ο Άγγελος τη φίλησε. Κι’ εκεί ξεκίνησε ένας έρωτας. Ένας έρωτας που και οι δυο τους ένιωσαν να εμφανίστηκε σαν υπόσχεση ευτυχίας, δημιουργώντας τους την ελπίδα μετάβασης σ’ έναν απόλυτα ονειρικό κόσμο στον οποίο θα πρωταγωνιστούσαν οι δυο τους. Αυτή η προοπτική τους έκανε να νιώσουν να κάμπτεται η εσωτερική τους ένταση από την έλλειψη του ναρκωτικού, κι’ ένιωσαν κάτι που ήταν ανάλογο μ’ αυτό που νιώθουν και με την ηρωίνη.
Αφού κάπνισαν το τσιγάρο νιώθοντας μια ευτυχία για τη σχέση που μόλις είχαν δημιουργήσει σηκώθηκαν κι’ άρχισαν ν’ ανηφορίζουν την οδό Σοφοκλέους προκειμένου να βρεθούν στην Αθηνάς, να πάρουν τους καφέδες κι’ ένα μπουκάλι φθηνή ρετσίνα που θα τους παρηγορούσε για κάποιες ώρες, μέχρι να πάρουν την επόμενη δόση.
Παίρνοντας απ’ την οδό Αθηνάς τους καφέδες και το μπουκάλι με τη ρετσίνα περπάτησαν αργά προς το σταθμό του Ηλεκτρικού του Θησείου κι’ από εκεί κατευθύνθηκαν προς τον πεζόδρομο της Διονυσίου Αρεοπαγίτου, για να πάνε να καθίσουν στο πάρκο που βρίσκεται δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Αθανασίου που ήξεραν ότι είναι ένα μέρος σχετικά απόμερο. Εκεί καπνίζοντας και πίνοντας τον καφέ τους, που όσο κατέβαινε η στάθμη του στα πλαστικά τους ποτήρια την ανέβαζαν ξανά ρίχνοντας μέσα ρετσίνα, έλεγαν διάφορα προσπαθώντας να γνωριστούν, εξιστορώντας ο ένας στον άλλον τη ζωή του, πασχίζοντας έτσι να δώσουν ένα νόημα στη μέρα τους.
Εγώ, είπε η Σοφία, είμαι είκοσι πέντε τώρα και κάνω χρήση απ’ τα δεκαεπτά μου. Έχασα τη μάνα μου από καρκίνο όταν ήμουνα δεκάξι και τον πατέρα μου, απ’ ότι έμαθα, στα είκοσί μου. Όταν πέθανε η μάνα μου ο πατέρας μου έφυγε απ’ το σπίτι και έζησα για λίγους μήνες με τη γιαγιά μου. Αδέλφια δεν έχω. Απ’ το σπίτι της γιαγιάς μου έφυγα όταν άρχισα τη χρήση, κι’ από τότε τον περισσότερο καιρό ζω σε εγκαταλειμμένα σπίτια μαζί με άλλα παιδιά που είναι κι’ αυτοί χρήστες ή έξω. Τον καλό καιρό είμαι πάντα έξω. Ο πατέρας μου πέθανε, όπως σου είπα, όταν ήμουνα είκοσι, τέσσερα χρόνια μετά απ’ το θάνατο της μάνας μου. Τώρα έχει πεθάνει και η γιαγιά μου και είμαι μόνη στον κόσμο. Έχω κάποιους συγγενείς αλλά δεν θέλουν ούτε να με δουν ούτε και να με ξέρουν. Καμιά φορά ανταμώνω με μια ξαδέλφη μου που όσο ήμουνα κι’ εγώ μαθήτρια πηγαίναμε στην ίδια τάξη και στο ίδιο σχολείο. Εννοείται ότι απ’ την ώρα που έφυγα απ’ το σπίτι της γιαγιάς μου το σχολείο το εγκατέλειψα. Ως την πρώτη Λυκείου έφτασα, αλλά δεν την τελείωσα.
Ο Άγγελος, όση ώρα μιλούσε η Σοφία την άκουγε προσεκτικά χωρίς να τη διακόπτει. Καπνίζοντας και πίνοντας τον καφέ με το κρασί παρακολουθούσε τη Σοφία να περιγράφει το κομμάτιασμα της ύπαρξής της. Θα ήθελε η ζωή τους να ήταν αλλιώς, σκέφτηκε προς στιγμή, αλλά ένιωσε ότι είχε έρθει η σειρά του να μιλήσει για τη δική του ζωή. Εγώ, είπε ο Άγγελος κατάγομαι από επαρχία. Στην Αθήνα βρέθηκα όταν έγινα φοιτητής, αλλά από το πρώτο έτος τα παράτησα και εδώ και ενάμισι χρόνο έχω πέσει στην ηρωίνη. Για κάποιο διάστημα, όσο οι δικοί μου νόμιζαν ότι όλα πάνε καλά, μου έστελναν χρήματα και πέρναγα καλά, εδώ όμως και μερικούς μήνες που έμαθαν ότι είμαι χρήστης σταμάτησαν κάθε επαφή μαζί μου. Απευθύνθηκαν στη ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ 18 ΑΝΩ που τους συνέστησε να μη μου δίνουν χρήματα κ.λπ., ξέρεις, αλλά αυτοί εκτός απ’ το ότι σταμάτησαν να μου στέλνουν χρήματα με διέγραψαν κι’ απ’ τη ζωή τους. Η τελευταία επαφή που είχα μαζί τους, με τη μάνα μου δηλαδή είχα επαφή, ήταν πριν από λίγους μήνες. Η μάνα μου θέλει πιστεύω να μου συμπαρασταθεί και να με βοηθήσει να ξεφύγω αλλά της το απαγορεύει ο πατέρας μου. Είναι αυστηρός κι’ απότομος. Ζω κι’ εγώ έξω κυρίως κι’ απ’ το πρωί ως το βράδυ κυνηγάω την πρέζα, όπως θα πρέπει να κάνουμε και τώρα συμπλήρωσε γυρνώντας προς το μέρος της Σοφίας, η οποία έδειξε να συμφωνεί κουνώντας το κεφάλι της.
Η ώρα που ο οργανισμός τους απαιτούσε τη δόση είχε πράγματι αρχίσει να φθάνει και με κάποιον τρόπο έπρεπε να βρουν χρήματα για να την αγοράσουν απ’ το βαποράκι που σε μια περίπου ώρα θα έφτανε στη γωνία Σοφοκλέους και Αθηνάς. Αν περνούσε και δεν τον προλάβαιναν θα έπρεπε να πάνε να τον βρουν στην Ομόνοια.
Η Σοφία για να εξασφαλίζει τα χρήματα για τις δόσεις της, αφού για κάποιο διάστημα είχε γίνει ζητιάνα και κλέφτρα, τελευταία είχε αρχίσει να εκδίδεται και το ίδιο σκόπευε να κάνει και σήμερα, απλά είχε αποφασίσει να το εξομολογηθεί στον Άγγελο όταν η στέρηση θα είχε γίνει ανυπόφορη, οπότε κι’ εκείνος θα το αντιμετώπιζε ως κάτι το αναπότρεπτο.
Η Σοφία όσο μιλούσε ο Άγγελος κι’ αυτή οργάνωνε στη σκέψη της το σχέδιο για το πως θα πει στον Άγγελο ότι πρέπει να εκδίδεται για να έχουν τη δόση τους, σκεφτόταν παράλληλα ότι θα ήθελε να μπορούσε να έχει κι’ αυτή μια σχέση συμβατική όπως έχουν όλοι, μια σχέση απ’ την οποία θα μπορούσε να κρατηθεί και να ζήσει κανονικά, αλλά η πραγματικότητα ήταν άλλη. Η συνήθως ανοργάνωτη σκέψη της, λόγω της χρήσης της ουσίας, που όσο ήταν υπό την επήρειά της λειτουργούσε έξω από την αίσθηση του καλού και του κακού, δεν είχε παγιωθεί ακόμα μέσα της. Υπήρχαν και στιγμές, όπως ήταν αυτή, που προσπαθούσε να σκεφτεί τη ζωή της με κάποια καλή προοπτική, αλλά τώρα ήταν η ώρα που έπρεπε να πει στον Άγγελο τι είχε σκοπό να κάνει και του το είπε απερίφραστα. Εκδίδομαι του είπε κι’ απ’ όσους τρόπους έχω δοκιμάσει για να βρίσκω λεφτά για τη δόση αυτός είναι ο καλύτερος και τώρα πρέπει να πάω να κάνω αυτό που σου είπα ότι κάνω, για να μπορέσουμε να πάρουμε τη δόση μας. Εσύ να με περιμένεις εδώ.
Ο Άγγελος κάτω απ’ το άγχος και την ανησυχία, που είχε αρχίσει να νιώθει από την έλλειψη της ναρκωτικής ουσίας, έβλεπε την Σοφία να φεύγει προς το σταθμό του Θησείου και να χάνεται. Αν είχα χρήματα όλα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά, σκέφτηκε. Θα μπορούσαμε να παίρνουμε τη δόση μας χωρίς να εκδίδεται η Σοφία, να ζούμε σε σπίτι και να είμαστε κανονικοί άνθρωποι όπως είναι όλοι όσοι έχουν λεφτά. Σκέφτηκε κι’ άλλα διάφορα σε σχέση με την Σοφία και τη μητέρα του, με τη ζωή του πριν τα ναρκωτικά, τη ζωή του στην επαρχία, τότε που υπήρχαν προοπτικές και στόχοι, αλλά όλα στο μυαλό του έμεναν ατακτοποίητα, υποκινώντας άλλοτε νοσταλγία άλλοτε λύπη κι’ άλλα διάφορα συναισθήματα που παρουσιάζονταν πυκνωμένα κι’ ακατάληπτα.
Όταν η Σοφία επέστρεψε στο παρκάκι που την περίμενε ο Άγγελος, είχε αγοράσει και τις δόσεις και σύριγγες και η προτεραιότητα δόθηκε αμέσως στην προετοιμασία για το τρύπημα. Όταν έκαναν την ένεση και βρέθηκαν να αιωρούνται εξωσυνειδησιακά σε έναν χώρο έξω απ’ τα ανθρώπινα μέτρα, εκεί που οι οποιοιδήποτε κώδικες δεν έχουν καμιά ισχύ και το μυαλό λειτουργεί αυθαίρετα και έξω από τη σφαίρα του αισθήματος, χάρη σ’ αυτό το σκοτεινό κέντρο που εγκαθίσταται στο ανθρώπινο σώμα, ξέχασαν τα πάντα.
Η σχέση της Σοφίας με τον Άγγελο συνεχίστηκε για κάποιους μήνες και στο διάστημα αυτό, όταν ήταν νηφάλιοι, με προτροπή του Άγγελου είχαν συζητήσει και το θέμα της αποτοξίνωσης. Υπάρχουν τα προγράμματα μεθαδόνης, υποστήριζε ο Άγγελος, που θα μας βοηθήσουν να ξεφύγουμε και να ζήσουμε κι’ εμείς μια ζωή όπως όλοι οι άνθρωποι. Αν συμφωνήσεις μπορούμε να πάμε να κάνουμε την προσπάθειά μας και θα δεις ότι όλα θα πάνε καλά. Δεν είναι λίγοι αυτοί που έχουν κατορθώσει να ξεφύγουν. Θα μας βοηθήσει κι’ η μάνα μου αν της το ζητήσω, μου το έχει υποσχεθεί και είμαι σίγουρος ότι θα βρει τρόπο να το κάνει. Έχει ήδη βρει τρόπο και επικοινωνούμε.
Οι συζητήσεις που προκαλούσε ο Άγγελος για την απεξάρτηση δεν έβρισκαν σύμφωνη την Σοφία, αλλά δεν έπαιρνε θέση. Έβλεπε ότι ο Άγγελος, σε αντίθεση μ’ αυτή, μπορούσε με κάποια βοήθεια να απεξαρτηθεί και δεν ήθελε να σταθεί εμπόδιο. Καταλάβαινε άλλωστε ότι ο έρωτά τους, όπως τέλος πάντων είχαν τη δυνατότητα να τον αντιλαμβάνονται και να τον ζουν ήταν αδιέξοδος. Ο έρωτας θέλει αξιοπρέπεια, κάτι που η Σοφία και ο Άγγελος δεν διέθεταν ούτε μέσα στη σχέση τους ούτε και έξω απ’ αυτή. Ο έρωτας, όπως μπορούσε να τον αντιλαμβάνεται η Σοφία μέσα στα περάσματά της απ’ τη λογική στον παραλογισμό θέλει τόλμη κι’ αυτή, όπως κι’ ο Άγγελος, όλη τους την τόλμη την είχαν ξοδέψει όταν είχαν αποφασίσει να γίνουν χρήστες. Τώρα η χρήση, γι’ αυτή τουλάχιστον, είναι μια δραστηριότητα χωρίς αντίθεση. Κάτω απ’ την επήρεια της δόσης βιώνει το τίποτα κι’ όταν είναι νηφάλια αδυνατώντας να υποφέρει την απόλυτη απελπισία οδηγείται πάλι στο τίποτα.
Η Σοφία όταν πείστηκε ότι η δική της ζωή δεν έχει καμιά αξία ούτε και προοπτική επέλεξε να ακολουθήσει την πορεία που θα την οδηγούσε στο θάνατο. Είχε συνειδητοποιήσει ότι το να πάψει να υπάρχει ήταν η μοναδική της διέξοδος και ήξερε πως να το κάνει.
Τη βρήκαν νεκρή κάτω από την Ακρόπολη έξω από τη σπηλιά της Αγλαύρου.























