Αρχιμηνιά κι αρχή χρονιά
κι αρχή καλός μας χρόνος,
στην ξενητειά πως γέρασες
κι όλο παλεύεις μόνος.
Καιρός πολύς, πως άντεξες
πενήντα τόσα χρόνια
ασπρίσανε και τα μαλιά
και γίναν σαν τα χιόνια.
Δούλεψες άγρια και σκληρά
πέντε και έξι μέρες
τις Κυριακές και τις γιορτές
και όλες τις Δευτέρες.
Βοήθεια δεν εζήτησες
σκυμένο το κεφάλι,
χωμένος μέσα στη δουλειά
που σου ορίζαν άλλοι.
Δεκαετίες πέρασαν
λευτά πολλά μετρούσες
πλήρωνες όμως πάντοτε
εκείνα που μπορούσες.
Δύο παιδιά μεγάλωσες
αστέρια πριγκηπέσες
όσο γινόταν όμορφα
τέλεια άκρες – μέσες.
Χρόνια περάσανε λοιπόν
γρήγορα και γεμάτα
στα πάντα μέσα είσουνα
σίγουρα και σταράτα.
Μισός αιώνας και βαριά
η κούραση στα στήθια
σαν ιστορία ξαφνική
από τα παραμύθια.
Τί να προκάμεις να σκεφτείς
μέσα στα τόσα χρόνια
που σαν ποτάμι πέρασαν
όπου κυλάει αιώνια.
Βλέπεις ρυτίδες χαρακιές
κυτώντας στον καθρέφτη
ρυτίδες και μές’ την ψυχή
κι ας τον φωνάζεις ψεύτη.
Οι σκέψεις τρέχουν κι αλυχτούν
τις νύχτες που κοιμάσαι
όνειρα βλέπεις ξυπνητός
κάνεις πως δεν θυμάσαι…
Στέκεσε στο παράθυρο
και τα βουνά αγναντεύεις
τις θύμησες αναπολείς
και τις ανακατεύεις.
Θέλεις να βάλεις σήμερα
με τον καινούριο χρόνο
μια τάξη μεσ’ το παρελθόν
νά ‘χει πιό λίγο πόνο.
Να πάρεις μιαν υπόσχεση
από τον εαυτό σου
πώς θά ‘σαι πάντα σε καλό
κι αγάπη στο πλευρό σου….
ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΤΕΧΗΣ ΚΑΝΑΤΑΣ
ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ
ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ 2025
photo ArtsyBee, https://pixabay.com

















































