Πίσω απ΄τα κάγκελα κοιτάς τη κάθε μέρα. Μα τις σταγόνες στο πρόσωπο σου από τον ιδρώτα και την αγωνία δεν τις αντιλαμβάνεσαι.
Κυλούν με απληστία, σχηματίζοντας αυλάκια από ρυτίδες.
Ήσουν κοπέλα όταν συνέβη η κακιά στιγμή.
Έτσι την λένε τώρα…κακιά στιγμή. Μπήκες σε τούτο τον τάφο.
Στης φυλακής τα σίδερα.
Εσύ τα αγάπησες, τους μιλούσες. Άλλοτε σκουριασμένα, άλλοτε σάπια, μετά ξανά δήθεν περιποιημένα, έτσι όπως κάνουν στις φυλακές.
Δήθεν όλα.
Σε ένα παλιό ξύλινο παγκάκι κάθεσαι όλες τις εποχές. Η φούστα σου έχει ακόμα και τα σημάδια, τρύπες από τα ξύλα, εκεί που οι πρόκες βοηθούν τα σανίδια να κρατηθούν ενωμένα.
Δεν αγωνίζεσαι πια να αποδείξεις την αθωότητα σου.
Σου φτάνει να κοιτάς τον γαλανό ουρανό στο προαύλιο και να σφίγγεις στα χέρια μια φωτογραφία.
Σκότωσες ακόμα και για αυτή την εικόνα στο γκρι χαρτί, σαν σου την άρπαξαν τα ζώα από τα χέρια και χλεύαζαν, περιπαίζοντας τις αναμνήσεις σου.
Τα μαύρα μάτια στο χαρτί σε κοιτούν.
Μεγάλα, χαμογελαστά. Εφιάλτης η ανάμνηση… μια μαχαιριά στη δική σου ψυχή.
Ενα ακόμη βράδυ που το κρασί μιλούσε με βρομόλογα.
Η καρδιά του μοναχογιού σου πληγωμένη από τα καθημερινά κ’ ολονύχτια ακούσματα.
Μέχρι που το μυαλό έχασε τη λογική.
«Φύγε βρωμιάρα από μπροστά μου!»
Μια κλωτσιά στο κεφάλι σου, πάγωσες από τρόμο.
Ο εφιάλτης θα ξεκινούσε χωρίς τελειωμό.
Το παντελόνι του γιου σου με το ζόρι πάλευε το σιχαμερό σκουλήκι με το αρρωστημένο μυαλό να κατεβάσει.
Μα ο Δημήτρης είχε δύναμη θεριού.
Το ψαλίδι της ραπτικής δίπλα του, εκείνο που έδινε το μεροκάματο στο τέρας να μπεκροπίνει, έμπηξε ο μικρός γίγαντας στο σώμα του πατέρα του.
Πα-τέρας. Δύο συλλαβές δεμένες σε μια λέξη.
«Φύγε παιδί μου, τρέξε!!»
Το αίμα αναβλύζει από το άψυχο σώμα, με τις δεκάδες ψαλιδιές.
Το μυαλό πέρασε στην αντίπερα όχθη.
Έσωσες το παιδί σου όταν το έδιωξες!
«Φύγε και μη γυρίσεις πίσω!!»
Η φυλακή ήταν η γαλήνη σου. Είκοσι χρόνια στο ίδιο παγκάκι…με χιόνι, με κρύο. Εκεί περίμενες τον Δημήτρη σου .
«Κυρά Τασία…ο γιατρός σας περιμένει».
Τα χέρια σου έτρεμαν.
Η κακουχία χρόνων στη λάντζα της παραμυθένιας στέγης σου.
Η θωριά του γιατρού σε θάμπωσε. Τον κοίταξες καλά.
Τα χέρια σου έτρεμαν πιο πολύ τώρα.
Τον κοίταξες καλά καλά επίμονα.
Λέξη δεν έβγαλες, μιλιά, με δυσκολία ανάπνεες.
«Μάνα σε βρήκα. Καλώς σε βρήκα. Ο Δημήτρης σου είμαι».
Η κυρά Τασία σταμάτησε να τρέμει.
Όχι στη βία…είπε μια φορά για το μωρό της, για το παιδί της.
‘Όχι …κι ας είναι οι φυλακές γεμάτες…. μανάδες να αγωνίζονται.
photo Lesbains39 / https://pixabay.com























