Με ευλαβικό σκαλιστήρι πορεύομαι
στο ναό της Γλώσσας.
Μια άνω τελεία μου γνέφει παύση.
Συλλογισμός ή ταύτιση;
Να πάρω θέση; Αμηχανία.
Πολύ ντόρος, μια άνω στιγμή είναι μόνο.
Πόσο νοσταλγώ τα αποσιωπητικά…
εκεί γίνομαι ονειρογράφος,
τρεις κυρίες με φιλοξενούν σιωπηλά.
Ευτυχώς τα πνεύματα κάνουν παρέα με τη ναφθαλίνη.
Δεν αντέχω τις εχθροπραξίες
πάντα πλάτη με πλάτη γυρισμένα.
Κι εκείνο το θαυμαστικό, τόσο άγνωστο.
Πότε ειρωνεία, πότε υπεροψία, πότε άχρηστο.
Δώσε μου παύλες να ξαποσταίνω
ομαλά να μεταβώ στη φαντασία, στην κατανόηση.
Φυτεύω παρενθέσεις
να αφουγκραστώ το ηχοτοπίο του δρόμου.
Κι η ανάσα μου κρυμμένη στα κόμματα
φυσά καθαρό αέρα.
Πήρα φόρα τώρα
όχι συνεχόμενα ερωτηματικά, δεν έχω απαντήσεις.
Επιτέλους δυο τελείες, άνω και κάτω
συχνά ακολουθεί παροιμία.
Νάτη: Γλώσσα παπούτσι, μυαλό κουκούτσι.
photo Image license by freepik.com






















