Δεν της έφτανε της ματαιόδοξης, άτακτης πεταλούδας που μπορούσε να πετάει ελεύθερα εδώ κι εκεί στον αέρα, παρασύρθηκε από την σαγηνευτική φλόγα ενός κεριού κι αποφάσισε να το πλησιάσει…
Η φλόγα της έκαψε τα λεπτά φτερά κι η δύσμοιρη πεταλούδα σωριάστηκε τσουρουφλισμένη στα πόδια του κηροπηγίου.
Αφού έκλαψε πολύ και μετάνιωσε πικρά, σκούπισε τα δάκρυα απ’ τα μάτια της κι είπε σηκώνοντας το κεφάλι ψηλά:
«΄Αχ ψεύτικο φως, πόσους σαν κι εμένα θα χεις ξεγελάσει ως τα τώρα. Αφού η επιθυμία μου ήταν να δω το φως, δεν θα ‘πρεπε να είχα μάθει πρώτα να ξεχωρίζω τον ήλιο απ’ την ψεύτικη λάμψη ενός βρόμικου κεριού;»
Θα μπορούσε να είναι μύθος του Αισώπου αλλά το έχει γράψει ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι. Του άρεσε να γράφει τέτοιες μικρές ιστορίες.
Η ιστορία αυτή μιλά για κείνους που όταν βρίσκονται μπροστά σε σαρκικές και κοσμικές απολαύσεις όπως η πεταλουδίτσα, τρέχουν σ’ αυτές χωρίς να σκεφτούν την πραγματική τους φύση, την οποία γνωρίζουν με τον καιρό μέσα απ’ τις συμφορές.
Μια άλλη ιστορία που έγραψε ήταν για «το γυαλιστερό ξυράφι του μπαρμπέρη».
«Μια μέρα το ξυράφι ενός μπαρμπέρη κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και βλέποντας το φως από τον ήλιο να λάμπει στη λάμα του, πλημμύρισε από περηφάνια! Άρχισε να λέει από μέσα του: ‘‘Είμ΄ εγώ τώρα για να ζω σε αυτό το κουρείο; Και βέβαια όχι! Δεν το θέλουν οι θεοί μια τόσο θαμπωτική ομορφιά να ξεπέσει σε τόσο ποταπές συνήθειες! Θα ‘ταν καθαρή τρέλα ν’ αρχίσω πάλι να ξυρίζω τα σαπουνισμένα γένια του κάθε άξεστου χωριάτη και να κάνω μια τόσο ταπεινωτική δουλειά! Είν’ αυτό το σώμα για τέτοιες ασχολίες; Ασφαλώς όχι. Θα κρυφτώ σε κάποιο απόμερο σημείο και θα περάσω τη ζωή μου εκεί ήσυχα και ξεκούραστα’’. Κι έτσι κρύφτηκε και τεμπέλιαζε όλη μέρα.
Μετά από μεγάλο διάστημα βγήκε πάλι έξω στο φως και είδε ότι έμοιαζε με σκουριασμένο πριόνι κι ότι στην άλλοτε γυαλιστερή του όψη δεν καθρεφτιζόταν πια ο λαμπερός ήλιος. Μάταια μετάνιωσε κι έκλαψε για το ανεπανόρθωτο κακό λέγοντας στον εαυτό του: ‘‘Αχ! πόσο καλύτερα ήταν όταν άφηνα τον κουρέα να με χρησιμοποιεί και να με κρατάει κοφτερό! Που’ ναι τώρα η λαμπερή μου όψη; Σίγουρα την κατέστρεψε αυτή η ενοχλητική και απαίσια σκουριά!”
Το ίδιο συμβαίνει και σ’ αυτά τα μυαλά που προτιμούν την τεμπελιά απ΄ την άσκηση και τα οποία, σαν το ξυράφι της ιστορίας, παύουν να είναι κοφτερά και η σκουριά της άγνοιας τα καταστρέφει».
Τι κρίμα που αν ζούσε σήμερα ο Ντα Βίντσι θα διαπίστωνε ότι η «σκουριά» απολαμβάνει τιμές…. «χρυσού»!
«Αναγκαία συντροφιά είναι για το μολύβι η ξύστρα, αλλά και χρήσιμη, αφού το ένα δεν αξίζει και πολλά δίχως το άλλο.»
Τι κρίμα που αν ζούσε σήμερα ο Ντα Βίντσι θα διαπίστωνε ότι τόσο το μολύβι όσο και, κυρίως, η ξύστρα είναι είδη υπό εξαφάνιση…
Ο Ντα Βίντσι, προερχόμενος από το χωριό Βίντσι, υπήρξε μια μοναδική φυσιογνωμία καθώς δεν ήταν αποκλειστικά ζωγράφος, μα και γλύπτης, αρχιτέκτονας, στοχαστής, συγγραφέας, μηχανικός, επιστήμονας, εφευρέτης, μια καθ’ όλα πολυμαθής, ευρυμαθής, πολυμήχανη και πολυεπίπεδη προσωπικότητα που αναμφίβολα άφησε το στίγμα της στις τέχνες και όχι μόνο.
photo https://pixabay.com/el/























