Επιμέλεια κειμένου Δημήτρη Συμεωνίδη JP
Έντεκα ειδοποιήσεις στο RASFF για το ίδιο πρόβλημα και διανομή σε πάνω από 200 χώρες και περιοχές αποκαλύπτουν την πρωτοφανή πολυπλοκότητα της παγκόσμιας αλυσίδας βρεφικής διατροφής και τον κίνδυνο καθυστερημένης ενημέρωσης για την πιο ευάλωτη ομάδα του πληθυσμού
Το κύμα ανακλήσεων βρεφικών γαλάτων λόγω της τοξίνης σερεουλίδης εξελίσσεται σε μία από τις πιο εκτεταμένες και σύνθετες υποθέσεις ασφάλειας τροφίμων των τελευταίων ετών, τόσο ως προς τη γεωγραφική του εμβέλεια όσο και ως προς τον αριθμό και τη συχνότητα των ειδοποιήσεων. Στο ευρωπαϊκό σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης RASFF έχουν καταγραφεί έντεκα ειδοποιήσεις για το ίδιο πρόβλημα, αριθμός εξαιρετικά εντυπωσιακός και ουσιαστικά πρωτοφανής, με προειδοποιήσεις σε εκατοντάδες χώρες, και με καθημερινά update. Οι εταιρείες που εμπλέκονται είναι μεγάλες πολυεθνικές με διανομή σε κάθε σημείο του πλανήτη: Nestlé, Danone, Lactalis, Vitagermine, Hochdorf, Granarolo.
Η εικόνα που προκύπτει από τα δεδομένα είναι αυτή μιας διανομής κυριολεκτικά παγκόσμιας κλίμακας. Οι ανακλήσεις και οι δημόσιες προειδοποιήσεις δεν περιορίστηκαν στα μεγάλα εμπορικά κέντρα της Ευρώπης ή της Ασίας, αλλά επεκτάθηκαν σε κάθε κατοικημένη ήπειρο και σε εκατοντάδες δικαιοδοσίες. Από απομακρυσμένα νησιωτικά εδάφη του Ειρηνικού και της Καραϊβικής, όπως το Νιούε, το Τοκελάου και το Κουρασάο, μέχρι τις πλέον αφιλόξενες περιοχές του πλανήτη, όπως η Ανταρκτική και τα Νότια Γαλλικά Εδάφη, το ίδιο προϊόν ή οι ίδιες παρτίδες πρώτων υλών είχαν φτάσει σχεδόν παντού. Το γεγονός ότι η διανομή αφορά πάνω από 200 διακριτές γεωγραφικές οντότητες, αριθμό που υπερβαίνει ακόμη και τα επίσημα αναγνωρισμένα κράτη του ΟΗΕ, υπογραμμίζει την τεράστια πολυπλοκότητα της παγκόσμιας αγοράς βρεφικών γαλάτων και τη σημασία της άμεσης και συντονισμένης ενημέρωσης, ειδικά όταν το προϊόν καταλήγει και σε περιοχές με εξαιρετικά περιορισμένες υποδομές υγείας.
Στο RASFF αποτυπώνεται μια σαφής κλιμάκωση από τα τέλη Δεκεμβρίου 2025 έως και σήμερα 4 Φεβρουαρίου, με κοινό παρονομαστή την πιθανή ή επιβεβαιωμένη παρουσία της σερεουλίδης είτε στο τελικό προϊόν είτε σε κρίσιμες πρώτες ύλες. Στα αναλυτικά αποτελέσματα εμφανίζονται συγκεντρώσεις σερεουλίδης που υπερβαίνουν κατά πολύ το ενδεικτικό όριο των 0,20 μg/kg, με τιμές όπως 10,7 ± 3,3 μg/kg, 6,2 ± 1,9 μg/kg και 0,93 ± 0,28 μg/kg.
Η πίεση στο σύστημα ανακλήσεων εντάθηκε περαιτέρω μετά τη δημοσίευση της ταχείας εκτίμησης κινδύνου της EFSA στις 2 Φεβρουαρίου 2026, η οποία επανακαθόρισε την οξεία δόση αναφοράς για τη σερεουλίδη στα βρέφη, προτείνοντας αυστηρότερο επίπεδο ασφαλείας. Η πρακτική συνέπεια ήταν χαμηλότερο ανεκτό φορτίο τοξίνης στη βρεφική φόρμουλα, γεγονός που λειτούργησε ως καταλύτης για νέες αποσύρσεις και επανεκτιμήσεις παρτίδων από εθνικές αρχές και εταιρείες.
Στην Ελλάδα, η υπόθεση επανήλθε στο προσκήνιο με τη χθεσινή επέκταση ανάκλησης για επιπλέον παρτίδες βρεφικού γάλακτος της Nestlé, με αναφορά ότι οι συγκεκριμένες παρτίδες δεν είχαν συμπεριληφθεί στην αρχική ανάκληση. Παράλληλα, είχε προηγηθεί ήδη από τις 7 Ιανουαρίου 2026 απόφαση ανάκλησης από τον ΕΟΦ, κατόπιν ενημέρωσης της εταιρείας, κάτι που δείχνει ότι το ζήτημα αντιμετωπίζεται σε επίπεδο εποπτείας της αγοράς και όχι απλώς ως εθελοντική εταιρική κίνηση.
Σε διεθνές επίπεδο, η καθημερινή ροή ανακοινώσεων μέσω του RASFF, αλλά και από εθνικές αρχές και κατασκευαστές, διατηρεί ένα μόνιμο κλίμα αβεβαιότητας για τους γονείς. Οι ανακλήσεις αυτές επαναφέρουν στο προσκήνιο τα όρια αλλά και τη σημασία των μηχανισμών ελέγχου στην παγκόσμια αλυσίδα τροφίμων, ειδικά όταν πρόκειται για την πιο ευάλωτη ομάδα του πληθυσμού, τα βρέφη. Σύμφωνα με στοιχεία του Bundesinstitut für Risikobewertung, οι ανακλήσεις δεν συνδέονται με παρουσία ζωντανών βακτηρίων στο τελικό προϊόν, αλλά με πιθανή επιμόλυνση πρώτης ύλης από τη σερεουλίδη, τοξίνη που παράγεται από ορισμένα εμετικά στελέχη του Bacillus cereus. Η ουσία αυτή είναι ιδιαίτερα προβληματική, καθώς δεν καταστρέφεται με τη θερμική επεξεργασία και μπορεί να προκαλέσει ναυτία και εμετό μέσα σε μισή έως έξι ώρες μετά την κατανάλωση. Αν και στις περισσότερες περιπτώσεις τα συμπτώματα υποχωρούν εντός 24 ωρών, έχουν καταγραφεί σπάνια αλλά σοβαρά περιστατικά με βλάβες σε ζωτικά όργανα και ακόμη και θανάτους.
Οι ειδικοί τονίζουν ότι στο ξηρό γάλα σε σκόνη η ανάπτυξη βακτηρίων και η παραγωγή τοξίνης δεν είναι εφικτή λόγω χαμηλής υγρασίας, όμως ο κίνδυνος αυξάνεται όταν το προϊόν ανασυσταθεί και παραμείνει για ώρες σε θερμοκρασία δωματίου. Γι’ αυτό και οι οδηγίες παρασκευής παραμένουν κρίσιμες. Παρ’ όλα αυτά, η τρέχουσα υπόθεση δείχνει ότι ακόμη και όταν τηρούνται οι μικροβιολογικές προδιαγραφές στο τελικό προϊόν, η επιμόλυνση σε πρώιμο στάδιο της παραγωγής μπορεί να έχει παγκόσμιες συνέπειες, όταν η εφοδιαστική αλυσίδα είναι τόσο εκτεταμένη και αλληλοεξαρτώμενη.
Πηγή:
photo Greek Radio FL
















































