Σε ένα μικρό χωριό κρυμμένο βαθιά μέσα στη φύση ζούσε ένα αγόρι, ο Φίλιππος, που αγαπούσε τα ζώα και ιδιαίτερα το άλογό του, την Αστραπή όπως την έλεγε.
Είχε μια καρδιά γεμάτη αγάπη και καλοσύνη αλλά ποτέ ως τότε δεν είχε βρει τη θέση του στον κύκλο των άλλων παιδιών.
Οι κάτοικοι τον θεωρούσαν διαφορετικό, περίεργο και ότι δεν ταίριαζε με την όμορφη εικόνα του χωριού τους.
Πολλές φορές τον είχαν απομονώσει, γελώντας με την εξωτερική του εμφάνιση και την αθωότητά του.
Ένα ποτάμι ήσυχο διέσχιζε το χωριό του Φιλίππου και ήταν σαν ανάσα γαλήνης. Ήταν μέρος της ζωής και ο ήχος του , σαν μελωδία μουσικής.
Ένα απόγευμα ο ουρανός σκοτείνιασε ξαφνικά, σύννεφα μαύρισαν το γαλάζιο του ουρανού και το ποτάμι που μέχρι τότε κυλούσε ήρεμα, άρχισε να φουσκώνει επικίνδυνα.
Ένας δυνατός άνεμος έφερε τη βροχή με μανία, το νερό με την ταχύτητα που μόνο η φύση μπορεί να εκδηλώσει, άρχισε να καταλαμβάνει τις όχθες και να κατακλύζει τα μονοπάτια του χωριού.
Οι κάτοικοι πανικόβλητοι άρχισαν να τρέχουν για να σώσουν τον εαυτό τους αλλά και ό,τι άλλο μπορούσαν.
Ο Φίλιππος, χωρίς να νοιαστεί για τον κίνδυνο, ανέβηκε στο άλογό του, την Αστραπή, και έφτασε στις περιοχές που κινδύνευαν περισσότερο.
Με θάρρος και τόλμη διέσχισε τα φουσκωμένα νερά και έφτασε στο μικρό σπιτάκι της γιαγιάς Μαρίας.
Την ανέβασε προσεκτικά στη σέλα, της έδωσε μια κουβέρτα και με μεγάλη προσοχή την οδήγησε σε ασφαλές σημείο.
Ύστερα γύρισε πίσω και με την ίδια δύναμη ψυχής ανέβασε πάνω στο άλογό του δύο μικρά παιδιά που κινδύνευαν.
Με την ίδια τόλμη έτρεξε στην συνέχεια και με κίνδυνο της ζωής του στο μικρό σπίτι που ζούσε ο παππούς Βασίλης.
Καθόταν σε ένα πεζούλι που δεν είχε ακόμη φτάσει το ύψος του νερού, ανήμπορος να περπατήσει, με τα ρούχα βρεγμένα και τα χέρια του να τρέμουν από το κρύο και τον φόβο.
Έφτασε γρήγορα κοντά του ο Φίλιππος ,τον βοήθησε να ανεβεί προσεκτικά στο άλογό του και στάθηκε πίσω του για να τον κρατάει σταθερά.
Ο παππούς Βασίλης του χαμογέλασε αδύναμα και με ευγνωμοσύνη.
«Δεν περίμενα να με θυμηθεί κανείς αυτή τη δύσκολη ώρα και εδώ στην άκρη του χωριού που μένω…» ψιθύρισε στον Φίλιππο και τα μάτια του γέμισαν δάκρυα.
Ο Φίλιππος δεν μίλησε, μόνο του χαμογέλασε και του κράτησε σφιχτά τα χέρια.
Με το βλέμμα του στραμμένο μπροστά και την καρδιά του γεμάτη αποφασιστικότητα, διέσχισε τους πλημμυρισμένους δρόμους και τον οδήγησε σε ασφαλή χώρο.
Αυτή η γενναιότητά του ενέπνευσε και άλλους και σύντομα όλοι μαζί συνεργάστηκαν για να προστατεύσουν το χωριό.
Όταν η καταιγίδα πέρασε και τα νερά υποχώρησαν, το χωριό ήταν πια σώο χάρη στη συλλογική προσπάθεια όλων.
Από εκείνη την ημέρα ο Φίλιππος ήταν στα μάτια των συγχωριανών του σύμβολο θάρρους και ανθρωπιάς.
Έγινε ήρωας χωρίς να το καταλάβει, γιατί ήταν το παιδί με τη γενναία καρδιά που έτρεξε μέσα στη θύελλα όχι για να σωθεί, αλλά για να σώσει όσους κινδύνευαν.
Δεν είναι η εμφάνιση ή οι διαφορές που καθορίζουν την αξία του ανθρώπου αλλά οι πράξεις του και η καρδιά του.
photo by Penelope883, https://pixabay.com















































