Πήρα τον δρόμο της καρδιάς, του δίκαιου αγώνα,
μ΄ ένα του ήλιου λάβαρο, να λάμπει ο αιώνας.
Να βρει η Ώρα, θαλπωρής σπίτι να κατοικήσει,
με την αλήθεια του λαού, το φως να καταχτήσει.
Να μην φοβούνται τα παιδιά σειρήνες του πολέμου,
η Φτώχια, λέξη άγνωστη να μένει του ανέμου.
Και η φωτιά που έκαψε τους άλλους τους αιώνες,
σβηστή πια να γιορτάζετε μέσα στους ελαιώνες.
Και τα στεφάνια δάφνινα στα μέτωπα των νέων,
να ντύνουνε τις νίκες τους, με λόγια των σπουδαίων
των ποιητών που δάκρυσαν στης πένας τους το αίμα,
ώσπου να φορεθεί παντού της Λευτεριάς το στέμμα…
Και οι χαμένοι άρχοντες γλυκό ψωμί να θέλουν,
με τον ιδρώτα τίμιο να ζουν, μην υποφέρουν.
Τι είναι αυτή η θέληση της πάναγνης Ειρήνης,
και των λαών η αρχοντιά, που αγαπά την κρήνη.
Της κρήνης, που Κεφάλαιο, δεν ξέρει δεν κατέχει,
μόνο τρεχούμενο νερό της εργασίας έχει.
Να ξεδιψά ο Άνθρωπος, να χαίρεται η Πλάση,
και τις αλήθειες της ψυχής να ζει κι να μοιράζει…
photo StockSnap / https://pixabay.com






















