ΕΛ | EN
Greek-News-and-Radio-FL

Ελληνικά Νέα & Ραδιόφωνο στις ΗΠΑ
Greek News & Radio in the USA

Ελληνικά Νέα & Ραδιόφωνο στις ΗΠΑ
Greek News & Radio in the USA

Σε εκείνους που σκέπτονται πως η Ελλάδα σήμερα δεν έχει καμία σημασία ας μου επιτραπεί να πω ότι δεν θα μπορούσαν να κάνουν μεγαλύτερο λάθος. Η σημερινή, όπως και η παλιά Ελλάδα, έχει υψίστη σημασία για οποιονδήποτε ψάχνει να βρει τον εαυτό του.

Χένρυ Μίλλερ, 1891-1980, Αμερικανός συγγραφέας

Οι Έλληνες που Αξίζει να Γνωρίζεις 537 πρόσωπα και φορείς από όλο τον κόσμο που κρατούν τον Ελληνισμό ζωντανό
Ανακάλυψέ τους →
Οι Έλληνες που Αξίζει να Γνωρίζεις 537 πρόσωπα και φορείς από όλο τον κόσμο που κρατούν τον Ελληνισμό ζωντανό
Ανακάλυψέ τους →

Παρουσίαση βιβλίου Τραγουδιστές της επαρχίας Λιβαδειάς στη δισκογραφία 1917-1977

20 May, 2026
Παρουσίαση βιβλίου Τραγουδιστές της επαρχίας Λιβαδειάς στη δισκογραφία 1917-1977

photos by author

Παρουσίαση βιβλίου Τραγουδιστές της επαρχίας Λιβαδειάς στη δισκογραφία 1917-1977

“Να σας καλωσορίσω σ’ αυτή τη γιορτή, γιατί κάθε παρουσίαση βιβλίου πιστεύω ότι είναι μια γιορτή.

Όλο το συγγραφικό μου έργο αναφέρετε στην πολύχρονη έρευνα γύρω από την μουσική και τους μουσικούς. Εκπομπές στο ραδιόφωνο και δημοσιεύσεις στις εφημερίδες και τα μουσικά περιοδικά της εποχής. Κάποια στιγμή βλέποντας πως τα άρθρα στις εφημερίδες και τα περιοδικά μετά από λίγο καιρό χάνονταν αποφάσισα να κάνω κάποια βιβλία που θα φιλοξενήσουν την έρευνα μου πάνω σ’ αυτό το θέμα.

Το πρώτο βιβλίο είχε σαν θέμα το λαϊκό τραγούδι στην περιοχή μας και κύριο πρόσωπο τον Νίκο Παππά ή «Κακούργο». Στο δεύτερο αναφέρθηκα στα «40 παλικάρια από την Λιβαδειά και τον ρόλο των λαογράφων» στο τρίτο στην «τραγική ιστορία του Σωτήρχαινα – Έβγα μανούλα μ’ να με δεις» και τώρα ένα δίτομο έργο με τους τραγουδιστές της επαρχίας Λιβαδειάς στην δισκογραφία 1917-1977».

Πρέπει να ευχαριστήσω στο σημείο αυτό την φιλόλογο Άννα Νικολάου που επιφορτίστηκε την ορθογραφική επιμέλεια των τεσσάρων από τα πέντε βιβλία μου. Επίσης να ευχαριστήσω και την Πέγκυ Κωτσαδάμ για την ορθογραφική επιμέλεια του πρώτου μου βιβλίου.

Το να περάσεις τις συνεντεύξεις των μουσικών από τον προφορικό λόγο στο χαρτί είναι πολλές φορές πολύ δύσκολο. Χάνονται μαγικές στιγμές γιατί και αν ακόμα πας σε έναν ειδικό, μουσικολόγο, ας πούμε και να καταφέρει να το κάνει αυτό πως θα το εισπράξει ένα κοινό αναγνωστών που δεν έχει ιδιαίτερη σχέση με την μουσική;

Όταν το 1993 έπαιρνα συνέντευξη από τον Γιώργο Μεϊντανά και μιλάγαμε για παλιούς τραγουδιστές, μου έλεγε διάφορα πράγματα αλλά μου εξηγούσε και τον τρόπο που τραγουδούσε ο εν λόγο τραγουδιστής.

Για να καταλάβετε τι λέω θα ακούσουμε ένα απόσπασμα που εγώ γράφω τα όσα μου λέει ο Μεϊντανάς και θα τα διαβάσετε αλλά το χαρτί δεν τα χωράει αυτά”.

 IMG 0a9197c4460849d394b7204b5c6a1130 V IMG d2e7e4225e239ba7ff9e0b341afd76ef V

Μεϊντανάς Αραπάκης: Πρέπει να σας πω ότι να καταγραφούν όλοι οι παραδοσιακοί τραγουδιστές και οι στίχοι από τα τραγούδια τους, μιας ολόκληρης επαρχίας, γίνεται για πρώτη φορά, δεν έχω αντίστοιχο παράδειγμα στην Ελλάδα και μακάρι να βρεθεί ο άνθρωπος που θα κάνει κάτι ανάλογο στην επαρχία της Θήβας για να έχουμε ολόκληρο το νομό Βοιωτίας.

Ήταν τυχερό που πολύ πριν αποφασίσω να γράψω τα βιβλία μου φιλοξένησα στο σπίτι μου εδώ στη Λιβαδειά ένα εθνομουσικολόγο τον Σωτήρη Τσιάνη. Μου μίλαγε ακατάπαυστα, τον γύριζα σε διάφορα μέρη της περιοχής μας και μου έλεγε όλα όσα έζησε σαν εθνομουσικολόγος στην Ελλάδα.

Αυτός μου άνοιξε τα μάτια σχετικά με την κρατική επιδοτούμενη παράδοση των Συλλόγων προς «διάδοση και διάσωση» της παραδοσιακής μας μουσικής που αγνοούσαν επιδεκτικά αυτούς τους τραγουδιστές που ήταν οι καλλιτέχνες που διασκέδασαν, που ψυχαγώγησαν, που θεράπευσαν τις πληγές των αμέτρητων αχ! του Ελληνικού λαού!!!

 

Ειρήνη Γουργιώτη – Σωτήρης Τσιάνης «Την πρώτη μέρα που πάτησα το πόδι μου στην Ελλάδα ήθελα να ακούσω κλαρίνα, στην Αμερική μου είχαν πει για το κέντρο «Έλατος» στην πλατεία Λαυρίου. Το βράδυ της ίδιας μέρας ήμουν παρών. Έπαιζε ο Βασίλης Μπατζής, ένας πολύ ωραίος κλαρινίστας. Τότε έδιναν παραγγελιά για να ακούσουν κάποιο τραγούδι, έβαζαν σε ένα φάκελο μια χάρτινη δραχμή και ο σερβιτόρος τον έδινε στον κλαριντζή και του έλεγε πως ο τάδε που κάθεται σ’ αυτό το τραπέζι, ζήτησε να του παίξεις αυτό το τραγούδι ή για να το ακούσει ή για να σηκωθεί να το χορέψει.

Εγώ δεν είχα αλλάξει ακόμα τα νομίσματα είχα επάνω μου δολάρια, έβαλα λοιπόν στον φάκελο ένα πεντοδόλαρο. Τότε το δολάριο είχε 33 δραχμές και με 3 δραχμές έτρωγες ψητό αρνί, έπινες κρασί, ψωμί, σαλάτες… δηλαδή ένα τέλειο και ακριβό γεύμα για εκείνη την εποχή. Μόλις ο Μπατζής είδε το πεντοδόλαρο τρελάθηκε λέει «τι είναι αυτό; εγώ δεν έχω τόσα λεφτά για να το χαλάσω και να δώσω ρέστα», του λέω «δεν πειράζει κράτησε το δεν θέλω ρέστα αλλά παίξε μου τα «Νιάτα» αλά Γιαούζο». Μόλις του είπα κράτα τα ρέστα σηκώθηκε και ήρθε στο τραπέζι μου και έπαιζε όλο το βράδυ από κει. Στο κέντρο ήταν και ένα παλικάρι που ήρθε με πλησίασε και μου λέει: «Τόσο πολύ σου άρεσε το τραγούδι του πατέρα μου;» Ήταν ο γιός του Κώστα Γιαούζου, ο Σπύρος, που όπως μου είπε ήταν οδοντοτεχνίτης.

Αυτός όταν έμαθε πως θέλω να μελετήσω τα τσάμικα μου πρότεινε να με πάει στον Ορχομενό που σε λίγες μέρες ξεκίναγε το οκταήμερο πανηγύρι και είχε τους καλύτερους οργανοπαίχτες. Έτσι με το τραίνο θα φτάσουμε στο σταθμό της Λιβαδειάς τον Οκτώβριο του 1958 και με ένα φορτηγό που οδηγούσε ένας αδελφός του Σπύρου Γιαούζου φτάσαμε στη μικρή επαρχιακή πόλη του Ορχομενού, που παλιότερα ονομαζόταν Πετρομαγούλα. Έμεινα στο σπίτι της χήρας του Γιώργου Μιχαλόπουλου. Εκεί φιλοξενούσε κι άλλους, δυο δωμάτια ήταν όλο το σπίτι, το ένα ήταν γεμάτο με βαμβάκι που θα το πουλούσαν τις μέρες του πανηγυριού.

Το σπίτι ήταν γεμάτο από φωτογραφίες σπουδαίων καλλιτεχνών, όπως του Γ. Μιχαλόπουλου, του Κ. Καραγιάννη, του Νικήτα Κωτσόπουλου, του Θανάση Μάγκα, του Απόστολου Σταμέλου, του Κώστα Γιαούζου και άλλων.

Κάτω ήταν χώμα, δεν είχε πάτωμα ή τσιμέντο, μας έστρωσε στρωματσάδα αλλά εγώ το βράδυ δεν μπορούσα να κοιμηθώ γιατί άκουγα το ποντίκια που τρέχανε πάνω στα ξύλα της σκεπής, από αυτά τα δοκάρια κρεμόντουσαν δεμένα με σπάγκο τα καρβέλια με το ψωμί για να μην μπορούνε να τα φάνε τα ποντίκια. Είχα ακούσει πως τα ποντίκια είχανε φάει τα αυτιά και την μύτη ενός μουσικού και είχα τρομάξει, είχα κουκουλωθεί λοιπόν με τις κουβέρτες αλλά δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Το πρωί που σηκωθήκαμε, ανοίγουμε την πόρτα να πάρουμε τα παπούτσια μας που τα είχαμε αφήσει έξω από το σπίτι γιατί ήταν γεμάτα λάσπες, τότε οι δρόμοι του Ορχομενού ήταν χωματόδρομοι, είχε βρέξει και οι δρόμοι ήταν γεμάτοι λάσπες. Με έκπληξη είδα ότι η χήρα είχε γυαλίσει όλα τα ζευγάρια με τα παπούτσια. Αυτή ήταν η ελληνική φιλοξενία που δεν την βρίσκεις σε κανένα μέρος του κόσμου. Τότε μου συνέβη ένα περιστατικό που με επηρέασε και αποφάσισα να ασχοληθώ στη συνέχεια με την παραδοσιακή μουσική της Ελλάδας.

Κάθε μέρα που έφευγα από το σπίτι του Μιχαλόπουλου για να πάω στο κέντρο της πόλης και να ακούσω τις διάφορες παραδοσιακές ορχήστρες, χαιρετιόμουν με μια γριούλα, που καθότανε πάντα μπροστά στην πόρτα του σπιτιού της. Μια μέρα με ρώτησε τι κάνω στο χωριό και της είπα πως ήρθα για να γράψω τραγούδια. Tη ρώτησα αν τραγουδά η ίδια κι αν θέλει να την ηχογραφήσω. Μου απάντησε θετικά και πήγα πήρα το μαγνητόφωνο και πήγα στο σπίτι της. Καθόταν σε ένα σκαμνί και ο ήλιος φώτιζε λίγο το πρόσωπο της από τις χαραμάδες που είχαν τα παραθυρόφυλλα της.

Ήταν χήρα, ντυμένη στα μαύρα και το μόνο που φαινόταν ήταν το μέτωπο τα μάτια η μύτη τα χείλια της και τα ρυτιδιασμένα της μάγουλα από το μαύρο μαντήλι που κάλυπτε το κεφάλι της. Καθώς άρχισε να τραγουδά το τσάμικο «Μη με κοιτάς που γέρασα κι ασπρίσαν τα μαλλιά μου», δάκρυα άρχισαν να κυλούν από τα μάτια της στα ρυτιδιασμένα μάγουλα της. Μου είπε ότι δεν μπορεί να ολοκληρώσει το τραγούδι και σταμάτησε.

Τότε κατάλαβα πόσο σημαντικά ήταν τα δημοτικά τραγούδια για τους κατοίκους των χωριών της Ελλάδας. Ορκίστηκα να συνεχίσω τις ηχογραφήσεις στην Ελλάδα για όσο καιρό μπορούσα».

 

Α.Κ. Πας λοιπόν πρώτη μέρα στην Ακαδημία, για πες μου.

Σ.Τ. Ο καθηγητής μου στην Ακαδημία ο Γιώργος Σπυριδάκης όταν πρωτοήρθα, αυτό με πειράζει ακόμα, λέει «Α! Σωτήρη, καθήστε, τι θέλεις να κάνεις εδώ;» Όταν είδε τι ήθελα να κάνω, ήταν οκτώ σελίδες πυκνογραμμένες, δεν του άρεσε το θέμα. Και μου λέει «Αν δεν αλλάξεις θέμα να πάρεις το πρώτο πλοίο για την Αμερική, δεν σε θέλουμε εδώ». Γιατί ο Σπυριδάκης πίστευε πως η Ελληνική μουσική είναι καθαρή και αυτά τα δημοτικά τραγούδια είναι επηρεασμένα από τους τούρκους. Τα δημοτικά έχουν πολλές τούρκικες λέξεις μέσα. Λέει «Μια στιγμή εδώ είναι Ακαδημία Αθηνών. Μιλάμε καθαρεύουσα εδώ μέσα όχι δημοτική». Έχω μάθει από τη γραμματέα ότι δεν ήξερε Αγγλικά, ξέρει Γερμανικά και Ελληνικά αυτά τα δυο, του λέω «Ή θα μιλήσω Αγγλικά, ή χωριάτικα, βλάχικα, αυτά τα δυο ξέρω.»  Άκου «Δεν μιλάμε έτσι εδώ στην Ακαδημία!» Προτού να μου πει καλώς ορίσατε. Μου κακοφάνηκε. –

 

Ο Τσιάνης είναι ένας από τους πρώτους πέντε εθνομουσικολόγους που βγήκαν από τα Αμερικάνικα πανεπιστήμια. Δηλαδή γύρω στα 1955 παίρνοντας το πτυχίο της μουσικολογίας ακολουθεί την νέα επιστήμη της εθνομουσικολογίας. Μας είπε η Ειρήνη για την γνωριμία του με την Ακαδημία Αθηνών και την υποδοχή του εκεί καθώς και τις πρώτες του μέρες στην Ελλάδα. Γνώρισε όμως και τον Σίμωνα Καρά που είχε έναν ιδιαίτερο τρόπο να καταγράφει την μουσική παράδοση Γιαυτό θα μας μιλήσει η Σταυρούλα

 

Σταυρούλα Τζιτζώκου Ο Τσιάνης είχε πει στον Καρά να πάει για καταγραφές μουσικής στη Σκύρο 

Έγραφα κι εγώ. Τους λέει «τι θα πείτε;» «Θα πούμε ένα ντόπιο Σκυριανό». Και αρχινάνε να τραγουδάνε με το στόμα, δεν έχουνε όργανα να βοηθήσουνε. Δεν περάσανε δέκα δευτερόλεπτα λέει «ΣΤΟΠ!» Όχι σταματήστε σας παρακαλώ, και οι γριούλες λένε «Τί κύριε Καρά;» «Λάθος». Και εγώ αν ήτανε μια τρύπα θα έμπαινα μέσα να κρυφτώ. Και θα λέγανε οι γριούλες Βρε Σωτήρη τι μας έκανες… Γιατί λέω έρχεται ένας μεγάλος εδώ, ο Καράς να σας γράψει, αλλά πού να ξέραμε, Γιατί όταν θα πω το πιρούνι, το, το, είναι άρθρο, ή η καρέκλα το η είναι άρθρο, όταν λες γάιδαρος λες ο γάιδαρος, αυτοί όμως στη Σκύρο λένε η γάιδαρος, το τραγούδι λεγότανε οι γαιδουρινές, λέει ο Καράς «Λάθος», λένε αυτές «Έτσι το ξέρουμε», «Όχι δε θα το πείτε έτσι», να αλλάξουν τα άρθρα, αυτοί ήταν 80 και κάτι, που να μάθουνε αμέσως να τραγουδούσανε έτσι, τα ίδια και οι γέροι απ’ την αρχή πάλι Στοπ! Δεν σας είπα έτσι θα το πείτε, αυτό το κακό είχε ο Καράς. Όχι πως το λέω μόνο εγώ όλοι λένε τα ίδια. Το αποτέλεσμα δεν έγραψε αυτή τη βραδιά τίποτα.

Την άλλη μέρα ήτανε ένας που έπαιζε λαούτο, ένας έπαιζε κλαρίνο, κι άλλος ένας κλαρίνο, αλλά είχε άσθμα και δεν μπορούσε να πάρει βαθιές ανάσες… κι ένας που χορεύει δεν μπορούσε να σταθεί… Λέει να σμίξουμε όλοι οι οργανοπαίχτες να σμίξουμε στο καφενείο, ήθελε οργανικά.

Ήθελε οργανικά να παίξουνε όταν τραγουδάνε οι γριούλες και οι γέροι. Του είπα «κύριε Καρά τα όργανα εδώ παίζουνε μόνο σε πανηγύρια ή στους γάμους, τα όργανα παίζουν μόνο συρτούς και μπάλους, όχι όταν τραγουδάνε Σκυριανά».

Αυτός που είχε άσθμα και δεν μπορούσε να πάρει αναπνοή, ο Γιάννης, του λέει «Εγώ δεν βγάζω το κλαρίνο μου απ’ τη θήκη του, αν δεν πάρω εκατό δραχμές το τραγούδι», και ο Καράς το πήρε πολύ άσχημα. Και του λέει «καλύτερα να αφήσεις το κλαρίνο σου στη θέση του, δεν σε θέλω, φύγε!» Πήρε τον Παγώνη τον Χρήστο που έπαιζε πολύ ωραία και θέλουμε ένα μέρος το μαγαζί του Μπιμπί που έπαιζε λαούτο. Αυτός ήταν καλός αλλά δεν ήξερε τα πατήματα, ντο, ρε , μινόρε, λα, η τέχνη του ήταν τα ταγάρια, αυτά που φοράνε οι βοσκοί από τρίχες από γίδες, και είχε ένα μαγαζί στενό αλλά μακρύ είκοσι μέτρα ήτανε, ωραίος ήχος για κλαρίνο. Και γράψαμε εκεί και εγώ έφερα το μαγνητόφωνο και ο Καράς λέει «Τι μπάλους παίζετε εδώ;» «Παίζουμε έναν μπάλο Σκυριανό», «Καλά να το ακούσω», να πάρει ιδέα, γιατί δεν έχει ακούσει ποτέ οργανική μουσική απ’ τη Σκύρο.

Του γάμου παίζαμε το «πολίτικο συρτό» και «συλιβριανός χορός» αυτά τα δυο ως να χορέψουνε όλοι και μετά μπορεί να ‘ρθει ο κόσμος να χορέψουνε και λέει «Α, να αρχίσουμε με το Πολίτικο». Αρχινάνε ο Χρήστος έπαιζε ωραία, ο Μπιμπής στο λαούτο παίζανε από Ντο. Όλα τα κλαρίνα τότε ήταν Ντο και το κλειδί είναι από Ντο, αλλά δεν αρχινάει από Ντο αρχινάει από Σολ πρώτα, μετά πάει Ντο, ο Μπιμπής που να ξέρει ν’ αλλάξει έπαιζε Ντο, «σταμάτα βρε Μπιμπή εδώ αλλάζεις σε Λα μινόρε», αλλά που να ξέρει Λα μινόρε και Ντο, Σι. Αλλά ο Καράς ήτανε μουσικός ήτανε ωραίο αυτί και έπαιζε και λαούτο, πολύ καλό, ωραίο, λέει «Φέρτο εδώ έτσι θα παίξεις και θ’ αλλάξεις εδώ και θ’ αλλάξεις…» αλλά που να μάθει ο Μπιμπής τώρα στα γεράματα.

 Απ’ την αρχή, όχι σταμάτα, «άλλα, μήπως ξέρετε άλλα τραγούδια;» «Ναι ξέρουμε ένα συρτό ένα καλαματιανό», αλλά ο Μπιμπής ήξερε μόνο αυτά που παίζανε εκεί. Το αποτέλεσμα δεν έγραψε ένα τραγούδι οργανικό, ένα τραγούδι απ’ το στόμα σε μια βδομάδα γιατί κανένας δεν τα ήξερε και δεν τα έπαιζε όπως τα θέλει αυτός.

Και να πει ο Καράς: «Όχι! Λάθος, έτσι θα το πεις!» Είναι πολύ παράξενο, για μένα είναι το πρώτο που μαθαίνεις στην Εθνομουσικολογία, έρχεσαι στην Αφρική, να μην ξέρεις τίποτα, να σου πουν ένα τραγούδι, και να πω εγώ λάθος, έτσι θα το πεις! Ποτέ δε θα γίνει. Εσύ θα βάλεις το μηχάνημα να γράφει όταν ξεκινήσει το τραγούδι και θα σταματήσεις όταν τελειώσει. Έτσι το είπε, έτσι να το γράψεις, έτσι θα είναι. –

 Στον πρώτο τόμο που έπρεπε κάπως να τον ονομάσω διαφορετικά από τον δεύτερο έβαλα κάτω από τον τίτλο «Ανατολική περιφέρεια επαρχίας Λιβαδειάς». Το πρόσωπο που κυριαρχεί στις περισσότερες σελίδες του βιβλίου είναι ο Γιώργος Μεϊντανάς. Πολλές ώρες συνέντευξης με τον σπουδαίο αυτό τραγουδιστή. Ορφανός από μητέρα, την έχασε όταν ήταν 12 ετών και ο πατέρας του τον έστειλε στην Πάτρα κοντά σε έναν ιερέα, έκατσε κάμποσο καιρό αλλά ο πλατωνικός έρωτας με την κόρη ενός φαρμακοποιού της εποχής θεωρήθηκε αμαρτία και επέστρεψε στο Θούριο, θα μπλέξει σε έναν καβγά με την χωροφυλακή θα μπει φυλακή θα γνωρίσει κάποιον από τη Θήβα και.

 

Ο Παπα βλάχος, όταν βγήκε από τη φυλακή, πήγε στους εκκλησιαστικούς επιτρόπους και τους λέει: «Στη φυλακή που ήμουνα ήταν και ένας ψάλτης σπουδαίος, να πάτε στη φυλακή να πληρώσετε τι χρέος έχει και  να τον φέρετε στον Άγιο Θανάση». Ήρθαν με ρώτησαν αν θέλω να πάω να ψάλλω στο Πυρί των Θηβών. Εγώ δεν έφερα αντίρρηση και πήρα τη γυναίκα μου και το παιδί μου τον Γιαννάκη που μόλις περπατούσε ήταν τότε ενάμιση χρονών, την Ρίνα δεν την είχαμε κάνει ακόμα.

Επίτροπος στον Άγιο Αθανάσιο ήταν μεταξύ των άλλων και ο αείμνηστος Αποστόλης Σκούμας, με έναν λόγο πλούσιος άνθρωπος. Με ήθελε να κάνουμε παρέα και αγαπούσε ένα τραγούδι το οποίο ήθελε να το ακούει. Ο τίτλος του τραγουδιού ήταν: «Μαρή κουμπάρα Γιώργαινα, κουμπάρα Δημαρχίνα»

Με αγαπούσε όλο το χωριό και με είχαν σαν παιδί τους. Μόνο οι παπάδες δεν μ’ αγαπούσαν… Έπαιρνα 1.000 δραχμές τον μήνα, ήταν καλά χρήματα και ήμουν ο μόνος ιεροψάλτης που έπαιρνα αυτόν τον μισθό.

Από όλο το χωριό ήμουν ευχαριστημένος εκτός από τους ιερείς που ήταν δύο. Ο Παπασταμάτης και ο Παπανικόλας, συμφεροντολόγοι και οι δύο. Στις ιδιωτικές λειτουργίες και στα μνημόσυνα, τα οποία γινόντουσαν τα πιο πολλά στο νεκροταφείο, ο ένας λειτουργούσε και ο άλλος έκανε τον ψάλτη και έτσι τα τυχερά μου τα παίρνανε. 

Μια Κυριακή που έψαλλα πέρασε έξω από την εκκλησία ένας σαντουριέρης που με άκουσε και με περίμενε απ’ έξω. Μόλις τελείωσα με πλησίασε και μου είπε: «Πάμε να πιούμε έναν καφέ». Πήγαμε στο καφενείο. Πίνοντας το καφεδάκι μας με ρώτησε τι μισθό παίρνω σαν ψάλτης. Του είπα 1.000 δραχμές. Εσύ με τέτοια φωνή κάθεσαι και ψάλλεις για 1.000 δραχμές. «Εσύ, μου λέει, θα γίνεις μεγάλος τραγουδιστής, θα χαλάσεις τον κόσμο και κάθεσαι εδώ και ψέλνεις…»

Εγώ μια και ήμουν στενοχωρημένος με τους ιερείς δέχτηκα να τον ακολουθήσω. Με πήρε στο σπίτι του στο Μαρούσι Αττικής. Αγόρασα μια κιθάρα. Γνώριζε λίγη κιθάρα, μου έδειξε λίγα πράγματα και σε δέκα μέρες μαθαίνω το μινόρε, ματζόρε…

Και πήγαμε σ’ ένα χωριό στην Πελοπόννησο. Στο Μπραΐμπεη της Κορινθίας. Ίσως τώρα να έχει μετονομασθεί. Αυτό δεν το γνωρίζω. Πάρα πολύ ωραίο χωριό και υπέροχη κοινωνία, με εντυπωσίασαν αυτοί οι άνθρωποι. Ήμαστε δύο ή τρία συγκροτήματα, δεν θυμάμαι.

Εκεί που παίζαμε, εγώ κρατούσα την κιθάρα μου σαν αρχάριος και πολύ σκεπτικός. Έρχεται ένας και μου λέει: «Βρε μικρέ από που είσαι;» Του λέω «Από τη Λιβαδειά». «Δεν μου λες αφού είσαι από την Λιβαδειά, το τραγουδάς το τραγούδι της Λιβαδειάς;» του λέω «Και βέβαια, το ξέρω και το τραγουδώ».  Λέει στον Μπενέτο τον οποίο γνώριζε. «Μήτσο θέλω να ακούσω τον μικρό, να του παίξεις την εισαγωγή της Λιβαδειάς». Η εισαγωγή της Λιβαδειάς είναι δύσκολη. Δεν την ήξερε ούτε και το βιολί ο Οικονομόπουλος.

Τέλος πάντων μου έκανε κουτσά στραβά την εισαγωγή και τραγούδησα. …Όμορφη που ‘σαι Λιβαδειά που είσαι μες το ρέμα…

Όλοι σε μένα ήρθανε, πήρα το βάπτισμα του πυρός. Με χειροκρότησαν θερμά και μαζεύτηκε όλος ο κόσμος σε μένα. Χαρά ο Μπενέτος. 

Με λίγα λόγια χάλασα τον κόσμο. Πήρα στο πρώτο αυτό πανηγύρι 3.500 δραχμές σε δυο βράδια και για να πάρω 1.000 δραχμές ήθελα ένα μήνα στο Πυρί.

Η Λιβαδειά Γ. Μεϊντανάς 29.12.1993

 Στον πρώτο τόμο εκτός από τα όσα γράφω για τις ηχογραφήσεις στο Γκαίρλιτς και της Μέλπως Μερλιέ. Θα βρείτε ακόμα μια μικρή μελέτη για τους Αρβανίτες και τα τραγούδια τους στη δισκογραφία σε λίγο θα εκδοθεί ξεχωριστά με την βοήθεια της Μαρίας Τσιαχτίρη μια μελέτη για το θέμα αυτό. Για τον Χρήστο Νικολίνα  από τα Κούκουρα (Αγία Άννα), τις γυναίκες του πάλκου, για τα πολιτικά πάθη και τον Γιώργο Κινέσα από τη Λιβαδειά,  τους μουσικοδιδάσκαλους της Λιβαδειάς Ανδρέα Βασιλιά και Γιώργο Μπαλαγούρα, οι κασέτες και ο Γιάννης Λιάκος από το Ζερίκι, τους πελάτες των πανηγυριών και τα αιματοβαμμένα πανηγύρια στη Γρανίτσα, Ο Τάκης Τοπολιάτης από τον Άγιο Γεώργιο, ο Κώστας Ζωγράφος ο Φώτης Αγγελίνας και ο Δημήτρης Τρωγάδας από το Βρανέζι (Άγιος Σπυρίδωνας), Ο Ηρακλής, ο Νάκος και ο Χρήστος Μπαμπλέκος από τον Άγιο Δημήτριο, Ο Βαγγέλης Παππάς από το Μάζι, ο Δημήτρης Μίχος και ο Νίκος Λέντας από τη Γρανίτσα, ο στιχουργός Κώστας Μαλούχος από την Λιβαδειά, ο Θοδωρής Τσαμπάς ή Μποδοσάκης, η Ρίνα Μεϊντανά, ο Ηλίας Πούλος από τα Κούκουρα, ο Κώστας Πισίνας από τον Ζαγαρά, ο Κώστας Καρράς από το Κυριάκι, ο Γιώργος Κουτσούρης από τη Μαυρόγεια (Ντεγλέ), ο Γιώργος Κολιούκος από την Αγία Τριάδα, η Μαίρη Πόλυ από τα Κούκουρα, και ο Θανάσης Σίνης από το Καπαρέλλι και τέλος ο Σωτήρης Τσιάνης ο οποίος συνεχίζει τις αφηγήσεις του στον δεύτερο τόμο.

Στον δεύτερο τόμο που γίνεται η αναφορά στους τραγουδιστές της «Δυτικής περιφέρειας επαρχίας Λιβαδειάς» Συγκεντρώνω και ότι γνωρίζω για μουσικούς της περιοχής μας όπως τους μεγάλους σολίστες του κλαρίνου Νικήτα Κωτσόπουλο, Κώστα Καραγιάννη και Κώστα Γιαούζο, και τον Γ. Μιχαλόπουλο, για την Λιβαδειά και τον Μικρασιάτη τραγουδιστή Γιάννη Τζιβάνη, τον Ορχομενό και τον Γιάννη Γούλα, το Δίστομο με τους Θεμιστοκλή Παπαϊωάννου, Γιάννη Σφουντούρη αλλά και τον σπουδαίο Λάμπρο Παπαθανασίου, Τα σωματεία των μουσικών, ένα υπέροχο νανούρισμα που μου εμπιστεύθηκε η κυρία Κωνσταντίνα Κρίκου, τους μουσικούς από το Κυριάκι και το Στείρι τον Λουκά Αποστόλου ή Κατσάρα, τους στιχουργούς από την Δαύλεια Νίκο Στρογγυλάκο, Ηρακλή Παπασιδέρη και τους τραγουδιστές Παναγιώτη Τρόκα και Λουκά Δέλλιο. Την Αράχωβα με τους Γιώργο Παπαλεξανδρή, Ηλία Λιάκο, Δημήτρη Μηλιώνη, Τάσο Κοροδήμο, Αντώνη Σακελαρίου, και την οικογένεια του Κώστα Στάμου με τα παιδιά του Σπύρο και Άγγελο το βιβλίο κλείνει με τον λαϊκό τραγουδιστή από την Αντίκυρα Γιάννη Ξηρό γιό ενός δημοτικού μουσικού από την Δεσφίνα του Γιώργου Ξηρού. Θα σταθώ στον Αντώνη Σακελλαρίου και στην οικογένεια Στάμου.

Ο Αντώνης Σακελλαρίου θα μεταναστεύσει στην Αμερική θα δουλέψει πιατάς και θα ζηλέψει τους μουσικούς της τζαζ μουσικής που έπαιζαν στα κέντρα που έπλενε τα πιάτα, θα σπουδάσει μουσική και θα γίνει από τους σπουδαιότερους μουσικούς της Νέας Υόρκης. Θα μάθει κλαρίνο και θα περάσει σ’ αυτό όλους τους σκοπούς της Ρούμελης που άκουγε στην πατρίδα του την Αράχωβα. Το σημαντικότερο είναι ότι θα είναι ο πρώτος που θα γράψει σε παρτιτούρες τα τραγούδια των πρακτικών μουσικών μιας και στην Ελλάδα οι μουσικοί των ωδείων υποτιμητικό να γράψουν σε παρτιτούρα αυτά τα τραγούδια. Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο που πρέπει να γνωρίζουμε για τον Σακελλαρίου είναι ότι έγραψε πολλά ρεμπέτικα με πρώτο όργανο το κλαρίνο. Ο αστικός τρόπος ζωής μέσα στο Φαρ Ουέστ που όλοι οπλοφορούσαν και η ζωή δεν άξιζε ούτε ένα σεντς είχε θαμώνες μέσα στα σαλούν με την πινακίδα που έγραφε «Μην πυροβολείτε τον πιανίστα» που δεν ζητούσαν να ακούσουν την Γκόλφω αλλά τραγούδια για το μάταιο της ζωής. Να ακούσουμε από την ορχήστρα μας που μετέτρεψε ένα τραγούδι του Σακελλαρίου με μπουζούκι και κιθάρα γιατί μου ήταν δύσκολο να βρω κλαριντζή να παίξει αυτό το τραγούδι.

 

Βλέπετε πως πεθαίνομε ( Αντ. Σακελλαρίου ) Θεοδ. Μυτιληνιος 4-1932

   Η οικογένεια του Κώστα Στάμου με παράδοση στη μουσική είναι μια άγνωστη αλλά πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία. Ο Κώστας Στάμος κλαρινοπαίχτης από την Αράχωβα θα έρθει με τα δυο παιδιά του στην Λιβαδειά το 1888 να μείνει στο πατρικό σπίτι της Λειβαδίτισσας συζύγου του Ελάνης Σώκου και θα ανοίξει ένα ωδείο εκμαθήσεις λαϊκών οργάνων, καλύτερος μαθητής του ο γιός του ο Σπύρος. Το 1900 θα γεννηθεί στη Λιβαδειά ένας ακόμα γιος ο Άγγελος.

Το 1908 ο Κώστας Στάμος θα φύγει για την Αμερική να δουλέψει σαν μουσικός και στείλει δολάρια στην οικογένεια του, δολάρια όμως ποτέ δεν ήρθαν γιατί τα έτρωγε τα γλένταγε μέχρι τελευταίο σεντς. Έτσι το 1911 ο γιός του Σπύρος μαζί με τον θείο του, Αλέξανδρο Σώκο, αδελφό της μητέρας του φεύγει για την Αμερική προς αναζήτηση του πατέρα του. Το 1912 ο Σπύρος επιστρέφει στην Ελλάδα αλλά ο πόλεμος έχει ξεσπάσει και για να γλυτώσει την στράτευση μαζί με άλλους ανυπότακτους πάει στην Αίγυπτο… όταν ήρθα σε επαφή με μέλη της οικογένειας μου έδωσαν αρκετές πληροφορίες για τον σπουδαίο αυτό μουσικό ένας απ’ αυτούς ο Κώστας Κολλίντζας θα μας διαβάσει η Σταυρούλα λίγα πράγματα για το βιογραφικό του Σπύρου Στάμου

 

Σταυρούλα Τζιτζώκου

 Ντίνος: Από την Ελλάδα πήγε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, η οποία είχε μια μεγάλη ελληνική κοινότητα. Από εκεί στο Κάιρο, στην Τυνησία και στο Μαρόκο και μετά πίσω στην Αλεξάνδρεια. Μαζί με τέσσερις ακόμα μουσικούς θα γυρίσει το 1915 όλη την ανατολική Αφρική. Για μια μόνο βραδιά στην Τυνησία θα πάρουν 65 χρυσές λίρες. Ξόδεψε μια περίοδο χρόνου από την ζωή του μελετώντας την πολυπλοκότητα της ανατολίτικης μουσικής, καθώς επίσης και τις δικές του λεπτές τεχνικές, προσπαθώντας να μετασχηματίσει αυτή τη μουσική σε κάτι οικείο στα δυτικά αυτιά. Καθώς πήγαινε έξω από την Αίγυπτο με τη χορεύτρια της κοιλιάς, δηλαδή τη γυναίκα του, και με τον θείο του, αδελφό της μητέρας του, και μερικούς άγνωστους άλλους Έλληνες μουσικούς (όλοι ήταν σίγουρα ανυπότακτοι), κατέληξαν στο Τζιμπουτί, μια χώρα στην Ανατολική Αφρική στον κόλπο του Άντεν, στην Υεμένη, όπου πολλοί Έλληνες είχαν εγκατασταθεί. Από εκεί ταξίδεψαν στην Αντίς Αμπέμπα, πρωτεύουσα της Αιθιοπίας, όπου και εκεί πολλοί Έλληνες επιχειρηματίες είχαν εγκατασταθεί. Μια μέρα, ενώ έπαιζαν σε κάποιο μαγαζί, κάποιος από το παλάτι τους άκουσε και ο τότε διάδοχος Haile Selassie τους προσκάλεσε για να παίξουν γι’ αυτόν και τους φίλους του στο παλάτι. Ο Selassie έγινε αργότερα βασιλιάς της Αιθιοπίας και ήταν και συλλέκτης γραμματοσήμων, όπως ο Σπύρος. Οι δυο τους διατήρησαν μια αλληλογραφία μέχρι τον θάνατο του Σπύρου. Παρεμπιπτόντως, ο Haile Selassie ήταν αγαπητός φίλος του Προέδρου John F. Kennedy και παρέλασε με όλες τις βασιλικές τιμές στην κηδεία του στην Ουάσιγκτον το 1963.

Από την Αιθιοπία, διέσχισαν την περίφημη διαδρομή του Μεγάλου Αλεξάνδρου μέσω της Ινδίας, καταλήγοντας πάντοτε σε γεωγραφικές τοποθεσίες όπου Έλληνες εκπατρισμένοι έζησαν, δούλεψαν και ευημέρησαν. Και τότε, με κάποιο τρόπο πήγαν στη Σαγκάη, όπου εκεί υπήρχε όντως μια μεγάλη και πολύ ευκατάστατη και πολιτικά σημαίνουσα ελληνική κοινότητα χάρη στο γάμο μερικών Ελληνίδων με την κυβερνούσα ιεραρχία. Όλοι εκεί αγάπησαν τη μουσική του Σπύρου και κατέληξε να μείνει εκεί για παραπάνω από έξι μήνες, αποφεύγοντας φυσικά την θητεία του στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο όλο αυτόν τον καιρό, ενώ ο αδελφός του, ο Άγγελος, υπηρέτησε στον ελληνικό στρατό πολεμώντας τους Τούρκους.

Ταξίδεψε τότε στα εσωτερικά αυτού που αποκαλούσαν Γαλλική Ινδοκίνα – Βιετνάμ- απ’ όπου κατέληξε όπως έλεγε σε «μία όμορφη πόλη στη Νότια Κινεζική Θάλασσα με περίεργα αλλά πολύ νόστιμα φρούτα». Αυτήν την πόλη την αποκαλούσε «Τουράν».

 

Κάποια στιγμή το 1917 ο Σπύρος θα βρεθεί στα βουνά του Κολοράντο διασκεδάζοντας τους χρυσοθήρες, ξεσπάει μια οικονομική κρίση και φεύγουν για το Σικάγο ταξιδεύοντας από πόλη σε πόλη γιατί δεν είχαν τα απαιτούμενα χρήματα για να ταξιδέψουν απ’ ευθείας αυτή η διαδρομή ήταν η αφορμή να γράψει «το Γουέστ»   

 

Το Γουέστ ( Σπ. Στάμου ) Επ. Ασημακόπουλος 1927

 Ενδιαφέρουσα είναι και η ιστορία με τον αδελφό του τον Άγγελο που έφυγε κι αυτός το 1924 για την Αμερική πήγε στην Κούβα και με την βοήθεια του Αλ Καπόνε πέρασε στο Σικάγο.

 Ο Σπύρος έφτασε να συνεργάζεται με ονόματα όπως ο Μπερνστάιν, ο Μητρόπουλος και ο Στραβίνσκι, λίγο πριν πεθάνει του 1973 ήρθε στην Ελλάδα να παίξει με τον Μπερνστάιν στο Ηρώδειο, τελικά δεν έγινε η συναυλία αφού ο Μπερνστάιν έμαθε ότι εδώ έχουμε χούντα και αρνήθηκε να παίξει.

Έψαχνα να βρω που ήταν το σπίτι του Στάμου στη Λιβαδειά τελικά ανακάλυψα πως ήταν κοντά στη γειτονιά μου και πως το είχε αγοράσει ο Στάθης Βασιλιάς και το είχε δώσει προίκα στην κόρη του Χρυσαφούλα. Ο Στάθης Παναγιωτόπουλος γιός της Χρυσαφούλας μου είπε τα εξής θα μας τα ακούσουμε από την Ειρήνη

 

Ειρήνη Γουργιώτη – Στάθης Παναγιωτόπουλος

 Σ.Π. : Ήταν καλοκαίρι του ’73, είχε πεθάνει ο πατέρας μου και στη Λιβαδειά ήμουν εγώ με την μάνα μου, Ήταν πρωί, προς το μεσημεράκι, εγώ ήμουν στο μαγαζί και στο σπίτι ήταν μόνη της η μάνα μου η οποία είχε κάνει ένα μπάνιο πάνω στο πλυσταριό, τότε τα μπάνια δεν ήταν μέσα στα σπίτια,  και ήταν τυλιγμένη με μια πετσέτα, κατεβαίνει λοιπόν κάτω στο σπίτι, το οποίο δεν είχαμε αλλάξει τη διαρρύθμιση, το κρεβάτι ήταν πάντα στην ίδια θέση στο χειμωνιάτικο, ανοίγει την πόρτα και βλέπει έναν τύπο ξαπλωμένο στο κρεββάτι. «Ποιος είσαι εσύ ρε; Τι κάνεις εδώ; Σήκω φύγε!». Ήταν δυνατή γυναίκα η μητέρα μου.

«Ησύχασε κυρία μου ήρθα στο σπίτι μου»  της λέει αυτός «Είμαι ο Στάμος και αυτό εδώ ήταν το σπίτι μου, εδώ μεγάλωσα, εδώ έζησα τα παιδικά μου χρόνια, σ’ αυτό το κρεβάτι κοιμόμουν. Έφυγα μικρός για την Αμερική, και τώρα ήρθα να παίξω στο Ηρώδειο, μόνο θέλω μια χάρη να με πας στο υπόγειο.» Και μου ‘λεγε η μάνα μου έσκυψε κάτω με τα ρούχα τα καλά που φόραγε και φύλαγε τις θράμμες, «εδώ έπαιζα, εδώ έκανα, εδώ μεγάλωσα»…

Το σπίτι αυτό που μέναμε το είχε αγοράσει ο παππούς μου ο Στάθης Βασιληάς για να προικίσει την μάνα μου, την Χρυσαφούλα Βασιληά-Παναγιωτοπούλου, το σπίτι αυτό ήταν της οικογένειας Σώκου.

Μετά ρώτησε τη μάνα μου πόσα παιδιά έχει και που είναι, του απαντάει αυτή ότι «στη Λιβαδειά είναι μόνο ο γιός μου ο Στάθης και έχει ένα μαγαζί που πουλάει παπούτσια. Τα άλλα δυο είναι στην Αθήνα.» «που είναι το μαγαζί, πως θα το βρω το παιδί σου;» Τη ρωτάει. «Θα πας στην Ταμπάχνα και θα πάρεις το δρόμο για τις πηγές της Κρύας και θα το βρεις γράφει απ’ έξω  «ΥΠΟΔΗΜΑΤΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ»

Ήρθε αυτός στο μαγαζί με βρήκε, ρώτησε τον μπάρμπα-Νίκο το Σάκκο, «που είναι το μαγαζί του Παναγιωτόπουλου;» και του είπε αυτός «έλα να σε πάω εγώ» και μου τον έφερε. τον είδα έκανε Μπαμ από μακριά πως ήταν Αμερικανιά, καλοντυμένος με την ρεπούμπλικα, στην πένα. Μου λέει « Γεια σου αγόρι μου με λένε Στάμο, είχα πάει στο σπίτι σου εκεί γεννήθηκα και τα λοιπά, ρώτα τα αδέλφια σου αν πουλάτε το σπίτι, εγώ έχω έρθει στην Ελλάδα να δώσω μια συναυλία, γιατί θέλω να το αγοράσω, θέλω να γυρίσω στην Ελλάδα και να πεθάνω στον τόπο μου.» Μίλησα με τα αδέλφια μου αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να το πουλήσουμε…

Η Σταυρούλα θα κλείσει την παρουσίαση με ένα πασίγνωστο δημοτικό μας τραγούδι που ηχογραφήθηκε πολλές φορές σε Ελλάδα και Αμερική.

Παραμένω στη διάθεση σας για ότι θέλετε να ρωτήσετε…

Να ευχαριστήσω όλους εσάς που ήρθατε απόψε στην παρουσίαση, τον Γιάννη Λεμονή για την άψογη συνεργασία, τον Δημήτρη Τζουβάλη, την Ειρήνη και την Σταυρούλα και τους μουσικούς μας Παναγιώτη Δάρα και Βαγγέλη Βαλαχά.

 IMG 518619d7aa28165a848d78f18b4a169d V IMG 66f6995e48619dd67ed811b676a637a1 V

 

 

Αντώνης Κόντος

Τα άρθρα που δημοσιεύουμε δεν απηχούν αναγκαστικά τις απόψεις μας και δεν δεσμεύουν παρά τους συγγραφείς τους. Η δημοσίευσή τους έχει να κάνει όχι με το αν συμφωνούμε με τις θέσεις που υιοθετούν, αλλά με το αν τα κρίνουμε ενδιαφέροντα για τους αναγνώστες μας.

Ακολουθήστε μας στο Facebook @grnewsradiofl

Ακολουθήστε μας στο Twitter @grnewsradiofl

 

Copyright 2021 Businessrise Group.  All rights reserved. Απαγορεύται ρητώς η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή ή αναδιανομή μέρους ή όλου του υλικού του ιστοχώρου χωρίς τις κάτωθι προυποθέσεις: Θα υπάρχει ενεργός σύνδεσμος προς το άρθρο ή την σελίδα. Ο ενεργός σύνδεσμος θα πρέπει να είναι do follow Όταν τα κείμενα υπογράφονται από συντάκτες, τότε θα πρέπει να περιλαμβάνεται το όνομα του συντάκτη και ο ενεργός σύνδεσμος που οδηγεί στο προφίλ του Το κείμενο δεν πρέπει να αλλοιώνεται σε καμία περίπτωση ή αν αυτό κρίνεται απαραίτητο να συμβεί, τότε θα πρέπει να είναι ξεκάθαρο στον αναγνώστη ποιο είναι το πρωτότυπο κείμενο και ποιες είναι οι προσθήκες ή οι αλλαγές. αν δεν πληρούνται αυτές οι προυποθέσεις, τότε το νομικό τμήμα μας θα προβεί σε καταγγελία DMCA, χωρίς ειδοποίηση, και θα προβεί σε όλες τις απαιτούμενες νομικές ενέργειες.

Άλλα Άρθρα

❙ Δημοφιλή

Πρωτοσέλιδα Εφημερίδων


🎙
Greek Radio FL
Ελληνική μουσική & ενημέρωση 24/7
▶ Ακούστε Ζωντανά
Πανελλήνιο Πολιτιστικό Κέντρο Προμηθέας
Πανελλήνιο Πολιτιστικό Κέντρο Προμηθέας
greekbooksfl.com
Spiroulina Platensis
Academy Farsala
Academy Farsala
Exotic Eyewear Optical
Exotic Eyewear Optical
lpp cafe
lpp cafe
King Power Tax

Pin It on Pinterest

Share This